Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021

Σεναριογράφοι και λεξικογράφοι

 

Ο λόγος που κοινοποιώ αυτό εδώ το ποστ σε ένα γλωσσικό μπλογκ δεν είναι το «Ένσταση, κυρία πρόεδρος [αντί: πρόεδρε]», όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Θα σταθώ σε κάτι άλλο που γράφει ο κ. Α. Καρίπογλου, ότι δηλαδή σε ένα ξένο καλό δικαστικό θρίλερ σίγουρα «είναι ακριβείς και οι παραμικρές δικονομικές λεπτομέρειες». Παρακολουθούσα κάποτε ένα σίριαλ, για το οποίο μάλιστα έκανα μια ανάρτηση με σαρκαστική διάθεση το 2019 (βλ. https://bit.ly/3hCLOeO). Πέρα από αυτά που αναφέρω σε εκείνο το ποστ, στο συγκεκριμένο σίριαλ λέγονταν μεγάλες ανακρίβειες για θέματα που ανήκουν σε διάφορους γνωστικούς τομείς. Μέλος της οικογένειάς μου μάλιστα, με το οποίο παρακολουθούσα το σίριαλ, μου επισήμαινε ανακρίβειες συνεχώς, λέγοντάς μου π.χ. ότι σε μια εταιρεία δεν γίνεται αυτό που μόλις είχαμε ακούσει από τα χείλη ενός ηθοποιού. Και τότε συνειδητοποίησα ότι η δουλειά του σεναριογράφου έχει ένα κοινό στοιχείο με του λεξικογράφου. Και οι δύο καλούνται να απλωθούν σε ένα σωρό γνωστικά πεδία, στα οποία εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να είναι ειδικοί. Πρέπει λοιπόν να είναι πολύ προσεκτικοί και να ενημερώνονται και για την παραμικρή λεπτομέρεια.

Κλείνω με έναν καθόλου άσχετο σύνδεσμο: https://bit.ly/3vdM60K Οι ήρωες του κλασικού μυθιστορήματος «Μπουβάρ και Πεκυσέ» ασχολούνται με διάφορα αντικείμενα, όπως χημεία, ιατρική, αστρονομία, αρχαιολογία, ιστορία, λογοτεχνία, πολιτική και θεολογία, και παντού τα κάνουν θάλασσα. Αυτή βέβαια είναι η αστεία πλευρά του πράγματος.

Σχετικά με το ρήμα στιγματίζω

 


Όπως το ουσιαστικό στίγμα, έτσι και το ρήμα στιγματίζω ΔΕΝ χρησιμοποιείται πάντοτε αρνητικά. Έστω κι αν οι μη αρνητικές χρήσεις του στιγματίζω είναι λιγότερο συχνές ή και σπάνιες, επιβεβαιώνονται εύκολα από σχετικές διαδικτυακές αναζητήσεις («Σκέφτομαι [...] πώς έδωσε νόημα στην ύπαρξή μου, πώς τελικά στιγμάτισε τη ζωή μου» και αρκετά άλλα). Επίσης, όπως έχω γράψει με άλλες αφορμές, ένα γλωσσικό στοιχείο –λέξη, σημασία κτλ.– πρώτα υπάρχει στο στόμα των ομιλητών και μετά καταγράφεται στα λεξικά. Όταν δηλαδή δεν εντοπίζεται σε ένα λήμμα, δεν προκύπτει το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει. Ακόμη όμως και αν κάποιος θεωρήσει εσφαλμένη μια χρήση ως μη καταγεγραμμένη σε λεξικά, η εν λόγω χρήση του στιγματίζω καλύπτεται από τη σημασία 3 του λεξικού Μπαμπινιώτη και την επίσης τρίτη σημασία του Χρηστικού Λεξικού. Ο ορισμός στο πρώτο λεξικό, παρά τα δύο καταγεγραμμένα παραδείγματα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί και θετικά το στιγματίζω, ενώ πριν από τον ορισμό το δεύτερο λεξικό δηλώνει ξεκάθαρα ότι το ρήμα στη συγκεκριμένη σημασία μπορεί να έχει και θετική συνυποδήλωση, όπως άλλωστε δείχνει το πρώτο από τα τρία λεξικογραφικά παραδείγματα που ακολουθούν. Βέβαια, χρειάζεται έρευνα σε σώματα κειμένων για να αποφανθεί κανείς ποια είναι η προτιμότερη λεξικογραφική αντιμετώπιση του θέματος, αν είναι καλύτερο να διακριθεί σημασία ή υποσημασία για τέτοιες χρήσεις του στιγματίζω ή να δηλωθούν έμμεσα, μέσω παραδειγμάτων. Και οι εκτιμήσεις για το θέμα αυτό μπορεί να έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα. Επιπροσθέτως, ο συντάκτης του ψηφίσματος θα μπορούσε πράγματι να επιλέξει π.χ. το ρήμα σημαδεύω, αλλά και τώρα δεν υπάρχει κανένα απολύτως θέμα αμφισημίας, γιατί από τα συμφραζόμενα είναι σαφέστατο ότι το ρήμα στιγματίζω δεν έχει χρησιμοποιηθεί εδώ με αρνητικές συνδηλώσεις. Συμπερασματικά, έστω και αν πρόκειται για λιγότερο συχνή ή και σπάνια χρήση, έστω και αν είναι συζητήσιμος ο χειρισμός του θέματος από τον λεξικογράφο, έστω και αν η διατύπωση στο σχολιαζόμενο ψήφισμα θα μπορούσε να είναι καλύτερη, το ρήμα στιγματίζω ΔΕΝ χρησιμοποιείται πάντοτε αρνητικά.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

Ολυμπιάδα και Ολυμπιακοί αγώνες

 

Η λέξη ολυμπιάδα στη νέα ελληνική σημαίνει και «οι Ολυμπιακοί αγώνες». Στην αρχαιότητα η λέξη Ὀλυμπιάς πράγματι σήμαινε και τη χρονική περίοδο τεσσάρων χρόνων μεταξύ δύο διαδοχικών Ολυμπιακών αγώνων. Κριτήριο όμως για το πώς χρησιμοποιείται μια λέξη στη νέα ελληνική δεν είναι ο αρχαίος πρόδρομός της. Άλλωστε, αν ανατρέξει κανείς στο λήμμα ολυμπιάς του λεξικού Δημητράκου π.χ., θα συναντήσει και σημασίες που δεν υπάρχουν καν στη νέα ελληνική.
Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι η δήθεν εσφαλμένη σημασία «οι Ολυμπιακοί αγώνες» υπάρχει και στην αρχαία ελληνική. Φαντάζομαι ότι σε μια αντιπαράθεση θα ήταν καταλυτικό το επιχείρημα ότι στα αρχαία ελληνικά Ὀλυμπιάς σήμαινε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Στην πραγματικότητα βέβαια ούτε αυτό είναι το στοιχείο που μας «επιτρέπει» να λέμε σήμερα ολυμπιάδα με τη σημασία των Ολυμπιακών. Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μια νεότερη σημασία.
Ας προστεθεί ότι τα πιο γνωστά νεοελληνικά λεξικά στο λήμμα ολυμπιάδα έχουν καταγράψει –και σωστά– και τη σημασία «οι Ολυμπιακοί αγώνες». Κι αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, όχι όμως ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να χρησιμοποιούμε τη συγκεκριμένη σημασία. Τα γνωστότερα λεξικά της νέας ελληνικής απλώς περιγράφουν μια γλωσσική πραγματικότητα. Η «επίμαχη» σημασία ούτως ή άλλως υπάρχει και οι λεξικογράφοι, όπως οφείλουν, την καταγράφουν εκ των υστέρων.
Και μάλιστα υπάρχουν χρήσεις όπως Διεθνής Ολυμπιάδα Μαθηματικών. Επομένως, τι συζητάμε;
Σχετικός σύνδεσμος: https://bit.ly/3eLmoug

ΠΡΟΣΘΗΚΗ


Η συζήτηση είναι σε λάθος βάση. Η Ολυμπιάδα και οι Ολυμπιακοί αγώνες ούτε «πρέπει» ούτε «δεν πρέπει» να ταυτίζονται. Στην αρχαιότητα ολυμπιάδα έλεγαν και τους Ολυμπιακούς αγώνες και τη χρονική περίοδο των τεσσάρων ετών μεταξύ δύο συνεχόμενων Ολυμπιακών. Η λέξη είχε και τη μία και την άλλη σημασία. «Ο αρχαίος τρόπος μέτρησης του χρόνου» λοιπόν λεγόταν Ὀλυμπιάς.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

Σχετικά με τη λέξη ξενοδοχία (2)

 

Άλλη μία περίπτωση στην οποία αντιστρέφεται η κανονική σειρά των πραγμάτων. Για να χρησιμοποιήσεις μια λέξη, υποτίθεται ότι πρέπει να την έχεις διαβάσει σε λεξικό. Στην πραγματικότητα, όπως μπορεί να καταλάβει ο καθένας, οι λεξικογράφοι εκ των υστέρων καταγράφουν τις λέξεις που χρησιμοποιούνται.

Ακολουθεί μια σειρά από επίσης άστοχα σχόλια, «αστεία» ή μη. Ένας από τους σχολιαστές γράφει:

«“Ξενοδοχία” σύμφωνα με το λεξικό του Γαζή είναι “το δέχεσθαι και φιλεύειν τους ξένους”! Τώρα η Νοτοπούλου τι ήθελε να πει, αυτό σηκώνει μεγάλη κουβέντα!».

Του απαντώ ότι η λέξη υπάρχει σήμερα και δηλώνει τον ξενοδοχειακό τομέα, τον κόσμο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Προσθέτω ότι η σημασία της είναι σαφής, αν και όχι βέβαια ακριβώς η ίδια με την καταγεγραμμένη σε παλιά λεξικά, αφού σήμερα δηλώνει τον σχετικό κλάδο ή τομέα.

Και μου ανταπαντά ως εξής:

«δηλαδή θέλετε να μας πείσετε ότι η Νοτοπούλου, που δεν ξέρει να μιλήσει, συνειδητά χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη λέξη 😃😃😃!».

Δεν θέλω να πείσω κανέναν και για τίποτα. Και δεν ξέρω τι σημαίνει η λέξη συνειδητά στην προκειμένη περίπτωση. Η λέξη ξενοδοχία βεβαιότατα υπάρχει, ανεξάρτητα από την κατάρτιση της Κ. Νοτοπούλου.

Θα επαναλάβω αυτό που έγραψε στο Facebook γνωστός νομικός, που δεν έχει ιδεολογική συγγένεια με την Κ. Νοτοπούλου:

«Παιδιά, δεν θέλω να σας στεναχωρήσω, αλλά η λέξη “ξενοδοχία” υπάρχει και σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούσε η Νοτοπούλου. Βρέστε κάτι άλλο».

 

Σχετικά με τη λέξη ξενοδοχία


«[...] δεν μπορεί να διεκδικεί ασυλία από την αμφισβήτηση και τη σάτιρα με το επιχείρημα ότι ο καθένας μπορεί να κάνει γραμματικά και συντακτικά λάθη. Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι λοιδορείται άδικα».

Το θέμα είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση η Κ. Ν. δεν έκανε κανένα γλωσσικό –γραμματικό, συντακτικό ή άλλο– λάθος. Εννοείται ότι κανείς δεν έχει ασυλία από την αμφισβήτηση και τη σάτιρα, αλλά τέτοια ασυλία δεν έχουν ούτε αυτοί που αμφισβητούν και σατιρίζουν. Και οι κρίνοντες κρίνονται. Αν μάλιστα νομίζουν ότι η συγκεκριμένη πολιτικός χρησιμοποίησε μια ανύπαρκτη λέξη, έχουν άδικο. Δεν μπορεί να «θεωρηθεί» άδικη η λοιδορία, αλλά είναι όντως άδικη.
Απαντάω και σε δύο σχόλια που έγιναν κάτω από τη σχολιαζόμενη ανάρτηση (βλ. εδώ):
1) «Γι’ αυτό γράφω “ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι λοιδορείται άδικα”. Λέω “να θεωρηθεί” διότι πρώτον, η ορθότητα μιας χρήσης κρίνεται ακριβώς από το πώς χρησιμοποιείται, όχι μόνο από το εάν η λέξη υπάρχει στα λεξικά. Το να επαναλάβει κάποιος μια λέξη που υπάρχει στα λεξικά δεν σημαίνει ότι χρησιμοποιείται σωστά. Δεύτερον, δεν χρησιμοποίησε τον όρο σε έναν κύκλο στον οποίο ίσως είναι οικείος, αλλά τον απηύθυνε γενικά όπου δεν συνηθίζεται».
Η λοιδορία βασίστηκε στο ότι η λέξη ξενοδοχία είναι δήθεν ανύπαρκτη. Η συγκεκριμένη λέξη όμως και υπάρχει και δεν έχει τίποτα το μη «ορθό». Το αν έχει καταγραφεί ως λήμμα σε ένα λεξικό είναι άλλο θέμα – όπως και η χρήση της εκτός ενός κύκλου στον οποίο θα ήταν ίσως οικεία.
2) «Το γεγονός ότι συναντάται μία φορά στον Ξενοφώντα κι άλλη μία στον Θεόφραστο, ενώ το Liddell-Scott σημειώνει ότι πρέπει να διορθωθεί σε ξενοδοκία, δεν νομιμοποιεί καμία χρήση σήμερα, όταν απουσιάζει από τα επίσημα λεξικά της νέας Ελληνικής γλώσσας: Ακαδημίας και Μπαμπινιώτη».
Η «νομιμοποίηση» της χρήσης μιας λέξης δεν εξαρτάται από το αν αποτελεί λήμμα σε ένα λεξικό, και μάλιστα της αρχαίας ελληνικής. Ως προς τα νεοελληνικά λεξικά, δεν υπάρχουν «επίσημα» λεξικά της νέας ελληνικής γλώσσας. Και να υπήρχαν όμως τέτοια, είναι δεδομένο ότι στο λημματολόγιο ενός λεξικού περιλαμβάνεται μόνο ένα τμήμα του λεξιλογίου μιας γλώσσας. Μπορεί βέβαια να ξενίζει μια λέξη οικεία ίσως σε έναν πιο στενό κύκλο η οποία απευθύνεται στο ευρύ κοινό, αυτό όμως είναι άλλο θέμα, όπως προαναφέρθηκε.

Επίσης, ένα μέλος του γκρουπ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ σχολίασε:
«Το ενδεχόμενο της χρήσης εξεζητημένων όρων και λέξεων, μόνο και μόνο για να δημιουργήσουμε εντυπώσεις και να αποτελέσουμε για λίγες μέρες αντικείμενο συζήτησης, το εξετάζουμε; Είμαι βέβαιος ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σκοπός επετεύχθη».
Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτός ήταν ο σκοπός της Κ. Ν., γιατί δεν είμαστε μέσα στη σκέψη της. Εγώ περιορίζομαι στα δεδομένα. Όταν δηλαδή κάποιος ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει η λέξη ξενοδοχία, του αντιτάσσω με στοιχεία ότι όντως υπάρχει. Να προσθέσω ότι και στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα παρατηρείται το φαινόμενο αυτό, να ασκείται δηλαδή «κριτική» που δεν βασίζεται στα πραγματικά δεδομένα. Το ίδιο έχει κάνει γνωστός γλωσσοφιλόλογος, ομοϊδεάτης της Κ. Ν. – έχω γράψει σχετικά σε αυτό εδώ το ιστολόγιο. Δικός μου σκοπός είναι να προτάσσω την αλήθεια και να προβάλλω κείμενα που κάνουν το ίδιο. Τέτοια είναι π.χ. τα κείμενα των κυρίων Α. Καρίπογλου και Γ. Φαρμάκη στο Facebook, οι οποίοι, χωρίς να έχουν ιδεολογική συγγένεια με την Κ. Ν., υπερασπίστηκαν την αλήθεια.

Τέλος, παραπέμπω σε μια εξαιρετική ανάρτηση, την οποία κοινοποίησα στο γκρουπ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ (βλ. εδώ), αλλά και στο σχόλιο που έκανα εκεί.

Σχετικοί σύνδεσμοι:
1) https://bit.ly/3dANNhM
2) https://bit.ly/2UYymcY

Κυριακή 30 Μαΐου 2021

«Το Άγιο Όρος είναι Άγιον Όρος»

«Το Άγιο Όρος είναι Άγιον Όρος»

«Σχεδόν πάντοτε συναντά κανείς πλέον στον γραπτό και στον προφορικό λόγο την ονομασία Άγιο Όρος, η οποία προφανώς θεωρείται συνεπής με τη δημοτική γλώσσα. Το θέμα της χασμωδίας/κακοφωνίας φαίνεται ότι έχει ξεχαστεί. Ας το παραδεχθούμε: το “ν” στο Άγιον Όρος δεν είναι καθαρευουσιανισμός, είναι χάριν ευφωνίας».

Στην ερώτηση ποιο από τα δύο είναι το σωστό, «Άγιο Όρος» ή «Άγιον Όρος», η απάντηση είναι προφανής: και τα δύο είναι δεκτά, και μάλιστα καταγράφονται σε γνωστά νεοελληνικά λεξικά. Ο ισχυρισμός ότι «σχεδόν πάντοτε» πλέον γράφεται και λέγεται «Άγιο Όρος» μένει να αποδειχτεί. Η διαδικτυακή αναζήτηση του «Άγιον Όρος» πάντως οδηγεί σε ικανό αριθμό παραδειγμάτων χρήσης, ενώ χρειάζεται έρευνα για να αποφανθεί κανείς πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα με την πάροδο του χρόνου. Επίσης, μια χασμωδία μπορεί να υπάρχει στο «Άγιο Όρος», αλλά η κακοφωνία είναι κάτι το υποκειμενικό. Κι αν «έχει ξεχαστεί» το θέμα της χασμωδίας/κακοφωνίας, μπορεί να μην υπάρχει κακοφωνία. Και κάτι ακόμα: μπορεί το «ν» στο «Άγιον Όρος» να μην είναι καθαρευουσιανισμός αλλά χάριν ευφωνίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όποιος λέει «Άγιο Όρος» κάνει μια επιλογή συνεπή με τη δημοτική. Προσωπικά, λέω αυθόρμητα «Άγιο Όρος» χωρίς να σκέφτομαι την αντίθεση δημοτικής-καθαρεύουσας, ενώ δεν αποκλείω να έχω πει και «Άγιον Όρος» μερικές φορές. Στο λήμμα ενός νεοελληνικού λεξικού βέβαια πρέπει να καταγραφούν και τα δύο, «Άγιο Όρος» και «Άγιον Όρος», ως υπαρκτά, όπως και να τα κρίνει κανείς.

Σάββατο 22 Μαΐου 2021

ΑΠΛΟΛΟΓΙΑ

 


ΛΚΝ, απλολογία: «γραμματικό φαινόμενο που παρατηρείται σε μια λέξη όταν αποβάλλει τη μία από τις δύο συνεχόμενες συλλαβές της που έχουν τα ίδια ή συγγενικά σύμφωνα, π.χ. αποφοιτητήριον > αποφοιτήριο» (βλ. εδώ).

Σχετικός σύνδεσμος: εδώ

Στην περίπτωση του αποστρατιωτικοποίηση-αποστρατικοποίηση μπορεί κανείς να δεχτεί σε μια έκδοση –αλλά και στο λήμμα ενός λεξικού ως πρώτο τύπο– το αποστρατιωτικοποίηση, που άλλωστε είναι σήμερα ακόμα υπαρκτό. Απεναντίας, στο αρχαίο ἀμφορεύς < ἀμφιφορεύς η αλλαγή έχει συντελεστεί εδώ και αιώνες. Η μία περίπτωση δηλαδή μπορεί να διαφέρει από την άλλη. 

Σε επιμέλεια βιβλίου θα έγραφα αποστρατιωτικοποίηση και περιβαλλοντολόγος. Σε λεξικό θα κατέγραφα τους ίδιους τύπους ως πρωτεύοντες και τους νεότερους –αποστρατικοποίηση και περιβαντολόγος– ως δευτερεύοντες δίνοντας κάθε φορά τη σχετική ετυμολογική εξήγηση.

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

«Καινοφανείς γλωσσικές ερμηνείες και ετυμολογίες»




Δεν κατάλαβα ποιες είναι –στην προκειμένη περίπτωση– οι «καινοφανείς γλωσσικές ερμηνείες και ετυμολογίες». Πρώτα απ’ όλα, καλό είναι να παραπέμπουμε στο σχετικό βίντεο (βλ. εδώ), εφόσον το σχολιάζουμε. Ανεξάρτητα από την ευστοχία ή μη επιμέρους διατυπώσεων, στο συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς δίνονται δύο σωστές πληροφορίες: πρώτον, ότι το «πόνος» είναι ομόρριζο του «πένομαι» και, δεύτερον, ότι το «πονηρός» απέκτησε αρνητική σημασία. Όποιες κι αν είναι οι καταγεγραμμένες σημασίες του «πένης» και του «πένομαι» σε ένα λεξικό της αρχαίας ελληνικής, πρόκειται για ομόρριζα. Επίσης, η λέξη «πονηρός» στην αρχαιότητα δήλωνε «έπαινο» από την άποψη ότι είναι τιμητικό για κάποιον να μοχθεί. Δεν είπε κανείς ότι «έπαινος» ήταν η σημασία της λέξης «πονηρός». Άλλωστε, το «πονηρός» είναι επίθετο και το «έπαινος» ουσιαστικό. Σημειωτέον ότι στο ετυμολογικό λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, αμέσως μετά το λήμμα «βάναυσος», μπορεί κανείς να διαβάσει μια σημασιολογική παρατήρηση για αρχαία επίθετα που απέκτησαν κακή σημασία, όπως «μοχθηρός», «πονηρός» κτλ. Συμπερασματικά, οι πληροφορίες που δίνονται μέσω του βίντεο «Τι κοινό έχει ο πόνος με τον φτωχό;» είναι –σε γενικές γραμμές– σωστές.

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Σχόλια για μια συνέντευξη

Σχόλια για μια συνέντευξη

1) 

«Στηρίζεται σε μεγάλες έντυπες και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων και όχι απλώς στο διαδίκτυο, όπως κακεντρεχώς γράφει κάποιος».

Για τον τρόπο επιλογής των λημμάτων στα νεοελληνικά λεξικά η Αναστασιάδη (βλ. εδώ) γράφει πολύ σωστά τα εξής:

«Δυστυχώς για τη ΝΕ δεν διαθέτουμε ακόμη και σήμερα σώματα κειμένων τέτοιου μεγέθους ώστε να μπορούν να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τη σύνταξη ερμηνευτικού λεξικού».

Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το ζήτημα της συγκρότησης μακροδομής που να στηρίζεται σε αντιπροσωπευτικά σώματα κειμένων παραμένει ζητούμενο».

Επίσης, άλλοι γλωσσολόγοι εύστοχα έχουν χαρακτηρίσει ασαφή την αναφορά σε «μεγάλες έντυπες και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων», αφού δεν διευκρινίζεται ποιες είναι αυτές.

Αυτή είναι η αλήθεια και δεν είναι θέμα «κακεντρέχειας» κάποιου.

2)

«[...] “μια από τις βασικότερες καινοτομίες του λεξικού” είναι ότι καταγράφει τις λέξεις όπως ακριβώς χρησιμοποιούνται: αλληλεξαρτώνται και όχι αλληλεξαρτώμαι, ζυμαρικά, τρόφιμα και όχι ζυμαρικό, τρόφιμο».

Το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, για παράδειγμα, που έχει λήμμα ζυμαρικό (βλ. εδώ) και τρόφιμο (βλ. εδώ) –και όχι ζυμαρικά και τρόφιμα– με τη γραμματική πληροφορία και στα δύο λήμματα ότι η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό, «καταγράφει τις λέξεις όπως ακριβώς χρησιμοποιούνται». Και δεν είναι πιο κοντά στη γλωσσική πραγματικότητα το να γραφεί ότι οι λέξεις ζυμαρικά και τρόφιμα χρησιμοποιούνται «σπάνια» στον ενικό από το να γραφεί ότι οι λέξεις ζυμαρικό και τρόφιμο χρησιμοποιούνται συνήθως στον πληθυντικό. Οι τύποι ζυμαρικό και τρόφιμο δεν είναι σπάνιοι. Είναι λιγότερο συχνοί από τους αντίστοιχους του πληθυντικού.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Μαθήματα ελληνικής γλώσσας

 

Για μένα, ο Τάκης Τσουκαλάς δεν έχει δίκιο όταν λέει (βλ. εδώ) ότι δεν υπάρχει το «εύχομαι συλλυπητήρια». Εφόσον χρησιμοποιείται, και μάλιστα κατά κόρον, υπάρχει. Επίσης, ευχόμενος συλλυπητήρια κάποιος, δεν εύχεται «να ξαναπεθάνει άλλος», όπως λέει χαρακτηριστικά. Αν εννοεί ότι εύχεται κανείς να συμβούν μόνο ευχάριστα πράγματα, λέμε και ότι κάποιος εύχεται το κακό κάποιου άλλου, δηλαδή τον καταριέται. Προσωπικά, θα κατέγραφα το «εύχομαι συλλυπητήρια» στο λήμμα ενός λεξικού και θα το ερμήνευα.

Είναι δεδομένο ότι χρησιμοποιείται το «εύχομαι συλλυπητήρια», όπως και το «εύχομαι συγχαρητήρια». Η διαδικτυακή αναζήτηση των εύχομαι/ευχόμαστε/ευχήθηκε κτλ. με τις λέξεις συλλυπητήρια και συγχαρητήρια αποκαλύπτει αρκετά παραδείγματα χρήσης. Το ερώτημα λοιπόν είναι πώς εξηγούνται οι χρήσεις αυτές. Μπορεί να υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, μια σημασιολογική επέκταση του εύχομαι; Έχω ακούσει από γλωσσολόγο την άποψη ότι ΔΕΝ υπάρχει, ότι όμως το θέμα χρειάζεται περαιτέρω έρευνα. Το ερώτημα δηλαδή είναι αν «εύχομαι συλλυπητήρια» μπορεί να σημαίνει ότι εκφράζω λόγια με τα οποία συμμετέχω σε πένθος – ή κάτι τέτοιο. Τέλος, εννοείται ότι υπάρχουν άλλες διατυπώσεις, που μπορεί να είναι προτιμότερες ως συνηθέστερες.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

ΕΛΚΩ – ΕΛΚΥΩ – ΠΡΟΣΕΛΚΥΩ

Υπάρχουν σημασίες και χρήσεις στις οποίες δεν χρησιμοποιείται το ένα ρήμα στη θέση του άλλου (βλ. εδώ και εδώ). Π.χ. στη σημασία «σέρνω, τραβώ» το έλκω δεν έχει ως συνώνυμα το ελκύω και το προσελκύω. Θα πούμε ότι το άλογο «έλκει» την άμαξα, όχι ότι την «ελκύει» ούτε ότι την «προσελκύει». Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να βγει το γενικό συμπέρασμα ότι τα τρία αυτά ρήματα –έλκωελκύω και προσελκύω– διαφέρουν μόνο ως προς τη συχνότητα χρήσης και όχι στη σημασία τους.



Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ

  

   


Αρκετοί γλωσσολόγοι και άλλοι ερευνητές του χώρου μας επικρίνουν την τάση μη ειδικών να αποφαίνονται για θέματα γλώσσας χωρίς να έχουν ρωτήσει γλωσσολόγο. Οι ίδιοι όμως δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να μπουν στα χωράφια της νομικής και πολλών άλλων γνωστικών τομέων χωρίς σχετική ενημέρωση. Κι αυτό είναι η μεγάλη αντίφαση.

Ένας γλωσσολόγος στον τοίχο του στο Facebook σχολιάζει έναν άστοχο ισχυρισμό για την αρχαία ελληνική γλώσσα, ότι τάχα «είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που διαθέτει ευκτική ρηματική έγκλιση – για να εκφράσει την επιθυμία», ως εξής:

«Πραγματικά έχει καταντήσει αποκαρδιωτικό. Ακόμα και από σοβαρούς ανθρώπους διαβάζει κανείς ό,τι να ’ναι για τη γλώσσα, λες και δεν υπάρχουν γλωσσολόγοι στην Ελλάδα. Φανταστείτε να βγω να πω κάτι για την Ιατρική, τη Δομική Μηχανική ή την Παλαιογραφία χωρίς να ρωτήσω έναν συνάδερφο πιο ειδικό από εμένα».

Μα δεν χρειάζεται να το φανταστούμε. Ήδη το βλέπουμε στην κοινοποιημένη ανάρτηση. Δεν έχει σημασία αν είναι ιατρικό, νομικό ή άλλο θέμα – η ουσία είναι ότι ένας γλωσσολόγος μπαίνει σε ξένα χωράφια. Ιδίως οι πιο πολιτικοποιημένοι γλωσσολόγοι, χρόνια τώρα, δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από τους μη γλωσσολόγους που μιλάνε για γλωσσικά θέματα ερήμην της γλωσσολογίας (για σχετικά παραδείγματα βλ. εδώ).

Σε μερικά θέματα προτεραιότητα έχει ο ειδικός. Στην προκειμένη περίπτωση, νομικός θα μας εξηγήσει πώς ορίζεται η επίταξη και πώς συνδέεται με την αποζημίωση. Νομικός θα μας ξεκαθαρίσει αν η αποζημίωση ως προς την επίταξη είναι στοιχείο βασικό, δευτερεύον, παρεπόμενο, περιφερειακό ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Νομικό θα συμβουλευθούμε, για να μάθουμε αν μπορεί να γίνει επίταξη χωρίς αποζημίωση. Ξέρω νομικούς που έχουν εκφραστεί σχετικά (βλ. εδώ). Αν υπάρχει δεύτερη άποψη, πράγμα που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, και πάλι ειδικός θα μας διαφωτίσει. Διιστάμενες απόψεις έχω διαβάσει σε κείμενα νομικών ως προς ένα πιο πρόσφατο θέμα (βλ. εδώ). Δυσκολεύομαι πολύ να γράψω σχετικά με ένα θέμα που δεν κατέχω καθόλου, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι οι απαντήσεις γλωσσολόγων για ένα νομικό –και πάλι– θέμα δεν έχουν καμία βαρύτητα.

Ένα πράγμα που μας μαθαίνει η λεξικογραφία –ως επαγγελματική ενασχόληση με τη σύνταξη λημμάτων– είναι να ρωτάμε και να ακούμε τους ειδικούς. Στα οργανωμένα λεξικά, τους νομικούς όρους αναλαμβάνει νομικός, τους μαθηματικούς μαθηματικός κτλ., γιατί είναι βέβαιο ότι ο συντάκτης θα κάνει λάθη ως μη ειδικός. Αν έχω αναλάβει π.χ. το λήμμα επίταξη, είναι αυτονόητο ότι νομικός θα μου πει πώς ορίζεται η σημασία της λέξης. 

Επίσης, όταν λέμε ή γράφουμε ότι «αυτό σημαίνει» η τάδε λέξη, ό,τι ακολουθεί δεν αποτελεί αναγκαστικά έναν κανονικό και πλήρη ορισμό της σημασίας της, όπως αυτόν που θα βλέπαμε σε ένα καλό λεξικό. Για παράδειγμα, ο Γ. Κατρούγκαλος δηλώνει (βλ. εδώ):

«Αυτό σημαίνει δημοκρατία, να αναζητείς λύσεις εκεί [που] μπορεί να υπάρχουν σήμερα συγκλίσεις και να συνεχίζεται η αντιπαράθεση των απόψεων ώστε να προετοιμαστούν οι μελλοντικές».

Εννοείται ότι με τα παραπάνω λόγια δεν έδωσε έναν ολοκληρωμένο ορισμό της δημοκρατίας. Και βέβαια δεν μπορείς να πάρεις αυτούσιο αυτό το κομμάτι της συνέντευξής του και να το βάλεις ως ορισμό σημασίας στο λήμμα δημοκρατία ενός λεξικού.

Στο λήμμα σημαίνω του ΜΗΛΝΕΓ έχουν καταγραφεί υποσημασίες όπως «Περιλαμβάνει κτ, συνεπάγεται κτ ή έχει ως προϋπόθεση κτ», «Έχει ως αποτέλεσμα κτ» κτλ. Το ρήμα δεν έχει μόνο τη βασική του σημασία, όπως όταν λέμε ότι «αρωγή σημαίνει βοήθεια». 

Όταν παρερμηνεύουμε το ρήμα σημαίνω και δηλώνουμε ότι κακώς ορίζεται η επίταξη ως πληρωμή, η στάση μας θυμίζει λίγο κάτι υπερσυντηρητικούς λαθοθήρες. Κι αυτοί ανακαλύπτουν λάθη και διορθώνουν άλλους ομιλητές, γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη πώς λειτουργεί η γλώσσα και θεωρούν εσφαλμένες μερικές χρήσεις. Μια ζωντανή, ομιλούμενη γλώσσα έχει έναν δυναμικό χαρακτήρα και επιβάλλει έναν αντίστοιχο τρόπο προσέγγισης κι από τον ερευνητή, ανεξαρτήτως ιδεολογίας.

Τα όσα γράφω παραπάνω σχολιάστηκαν ατυχέστατα από τον γλωσσολόγο Α. Κ. Του έχω απαντήσει αναλυτικά στο κείμενό μου που έχει τίτλο «ΜΙΑ ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ»Ο Α. Κ. βάζει σε εισαγωγικά κάτι που δεν γράφτηκε ποτέ από μένα: «Δεν δικαιούστε να μιλάτε για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς σας». Επίσης, κλείνει το κείμενό του γράφοντας ότι «δεν γίνεται να υπάρχουν μη “πολιτικοποιημένοι” γλωσσολόγοι», ενώ κανείς δεν ζήτησε να υπάρχουν μη πολιτικοποιημένοι γλωσσολόγοι. Η δημοσίευση του Α. Κ. είναι παράδειγμα «πλάνης του αχυρανθρώπου» (straw man argument / fallacy = επιχείρημα / πλάνη του αχυρανθρώπου: «Αβάσιμο επιχείρημα με το οποίο ο ομιλητής παρουσιάζει με παραπλανητικό τρόπο το επιχείρημα της άλλης πλευράς με στόχο να το καταρρίψει πιο εύκολα»).


ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Στο Facebook έγινε το ακόλουθο σχόλιο κάτω από το παραπλανητικό κείμενο του Α. Κ.:

              

Κανείς δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα του γλωσσολόγου και του κάθε πολίτη να διατυπώνει ελεύθερα τις απόψεις του. Επίσης, «η μη πολιτική ενασχόληση» δεν απαιτήθηκε από κανέναν. Είναι σαφές αυτό που υποστηρίζω: για επιστημονικούς όρους πρέπει να ρωτάμε τους ειδικούς. 

Για την επίταξη έγινε το εξής σχόλιο:


Το ΝΔ 17/1974 όμως έχει καταργηθεί. Η επίταξη γίνεται με αποζημίωση (βλ. εδώ – δικά μου τα έντονα γράμματα):

«[...] επίταξη είναι η με αναγκαστικές διατάξεις στέρηση χρήσης κάποιου πράγματος από τον κύριό του, έναντι αποζημίωσης, για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης, που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και υγεία. Η επίταξη αποτελεί αναγκαστική μίσθωση, διότι με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου δημιουργείται από την πολιτεία σχέση μίσθωσης πράγματος. Έτσι ο κύριος του πράγματος που έχει επιταχθεί, κυρίως ακινήτου (εκμισθωτής) παραχωρεί σε αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η επίταξη (μισθωτή) τη χρήση του έναντι καταβολής σε αυτόν αποζημίωσης (μισθώματος) όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση που δημιουργήθηκε και για την θεραπεία της οποίας έχει επιβληθεί η επίταξη».

                                         

  Μία ακόμα στρέβλωση είναι αυτή εδώ, του μουσικού Ζ. Σ.:





Ό,τι να ’ναι. Δεν βαφτίστηκε «ενασχόληση με νομικά θέματα» και «καταπάτηση ξένων χωραφιών» η πολιτικοποιημένη δράση. Όποιος αποφαίνεται ότι μπορεί να γίνει επίταξη χωρίς αποζημίωση όντως ασχολείται με ένα νομικό θέμα. Επίσης, όταν κάποιος γλωσσολόγος ασχολείται με ένα νομικό θέμα, πράγματι μπαίνει σε ξένα χωράφια. Κανείς δεν έγραψε τη φράση «καταπάτηση ξένων χωραφιών» και καλά θα κάνουν μερικοί να είναι πιο προσεκτικοί στη χρήση εισαγωγικών. Σχολίασα αρνητικά το γεγονός ότι αρκετοί γλωσσολόγοι και άλλοι ερευνητές του χώρου μας δεν διστάζουν να μπουν σε ξένα χωράφια χωρίς σχετική ενημέρωση. Κανείς δεν τους αρνήθηκε το δικαίωμα να είναι πολιτικοποιημένοι. 

Όσο για το σχόλιο που παραθέτει ο συμπαθής μουσικός, είναι εκτός θέματος. Ενδεικτική είναι η θεματική περίοδος: «Ο πολιτικός διάλογος, τώρα, ουδέποτε εξαρτήθηκε από τη νομολογία». Μόνο που το θέμα του δικού μου ποστ δεν είναι αυτό. 

Το ίδιο σχόλιο νομικού παρουσιάζεται από τον Ζ. Σ. με διαφορετικό τρόπο εδώ:



Ό,τι να ’ναι (και πάλι). Ας μη λήξει η συζήτηση σε πολιτικό επίπεδο κι ας ανοίξει και σε νομικό επίπεδο. Νομικός όμως θα μας πει αν γίνεται σήμερα επίταξη με ή χωρίς αποζημίωση και πώς γινόταν παλιά. Και δεν είναι κακό να έχουμε άγνοια ενός νομικού πλαισίου όλοι εμείς οι μη νομικοί. Μεμπτό είναι να μη ρωτάμε τους ειδικούς.

Επιπροσθέτως, ο Ζ. Σ. δήλωσε ότι στο ποστ του γλωσσολόγου που... κάλεσε τον πρωθυπουργό να κάνει επίταξη χωρίς λεφτά είδε «μια κοινωνική θέση ενός πολίτη» και θεώρησε ότι ο συντάκτης του ασχολήθηκε «με ένα κοινωνικό θέμα νομικής φύσης». Κανείς δεν αμφισβητεί την κοινωνική πλευρά ενός θέματος που συνδέεται με την πανδημία. Το να υποστηρίζει όμως κάποιος ότι η επίταξη γίνεται άνευ αμοιβής δεν είναι «μια κοινωνική θέση» αλλά μια εσφαλμένη θέση. Εσφαλμένη από νομική άποψη. Με τη λογική μερικών, σε μια αβάσιμη γλωσσολογικά άποψη γιατί να μη δούμε «μια κοινωνική θέση ενός πολίτη» και γιατί να μη θεωρήσουμε ότι αυτός που την εκφράζει ασχολείται «με ένα κοινωνικό θέμα γλωσσικής φύσης»; Και γιατί στο γκρουπ «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» ο Ζ. Σ. και οι ομοϊδεάτες του επιτίθενται σε όσους κάνουν λόγο για φθορά της γλώσσας χωρίς καν να τους αναγνωρίζεται απλή άγνοια; Κάποιος εκτός από την επιστημονική ή άλλη ιδιότητά του είναι και πολίτης. Μην έχοντας γλωσσολογικές γνώσεις, ανησυχεί για τη γλώσσα, που υποτίθεται ότι φθείρεται. Γιατί να δέχεται πυρά; Πολύ σχετικά δεν είναι τα κριτήρια;

Τέλος, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη διαβάζω (βλ. εδώ):

«Πρώτον, οκέι: είναι βεβαίως μάστιγα οι συνάδελφοι που όχι μόνον έχουν γνώμη για ζητήματα πέρα από το επιστημονικό τους πεδίο (δικαίωμά τους) αλλά και που θέλουν να λαμβάνεται υπόψη σοβαρότατα η γνώμη τους μόνο και μόνο επειδή είναι επιστήμονες. Δηλαδή η δική μου άποψη για τους σεισμούς δεν έχει περισσότερο βάρος από ενός οποιουδήποτε άλλου – άρα ελάχιστο.

»Παράλληλα, ως προνομιούχα μέλη της κοινωνίας, που απολαμβάνουμε την ακαδημαϊκή ελευθερία (ποιος ξέρει για πόσο ακόμα), έχουμε χρέος να μιλάμε για τα κοινά, για όσα αφορούν την κοινωνία και την πολιτική, δηλαδή όλους μας. Θέλοντας και μη αντιμετωπιζόμαστε ως αυτοί που δίνουμε το παράδειγμα, όπως π.χ. και οι καλλιτέχνες, οι λόγιοι…».

Αντιπαρέρχομαι το «ποιος ξέρει για πόσο ακόμα» και στέκομαι στα υπόλοιπα, τα οποία προσυπογράφω.


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

«Ο Ερντογάν “έκλεψε” την ομιλία του Γιλντιρίμ… από το 2017»

 

«Οι άσκοπες συντομογραφίες, οι ξένες λέξεις, οι παράλογες εκφράσεις γίνονται συνηθισμένες μέρα με τη μέρα. Ο εθισμός της χρήσης ξένων λέξεων που βλέπουμε στις πινακίδες, την αλληλογραφία και τις συζητήσεις έχουν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, που απειλούν το μέλλον μας».

Κάτι μου θυμίζουν τα λόγια του Ερντογάν... Και δεν εννοώ την ομιλία του Γιλντιρίμ!

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

Σχόλια για το άρθρο «Ας μην ξύνει παλιές πληγές ο κ. Μπαμπινιώτης»

Σχόλια για το άρθρο «Ας μην ξύνει παλιές πληγές ο κ. Μπαμπινιώτης»

Ας πούμε ότι δεν ξέρω αν είναι ανυπόστατος ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω λεξικό ανήκει στον Χ. Χ. και όχι στην Ακαδημία Αθηνών. Στο τελευταίο άρθρο του Γ. Μπ. («Πικρές λεξικογραφικές αλήθειες», «Η Καθημερινή», 17/1/2021) γίνεται παραπομπή σε παλιότερη μαρτυρία του ακαδημαϊκού Νικολάου Κονομή σύμφωνα με την οποία οι ακαδημαϊκοί της συμβουλευτικής επιτροπής δεν είδαν ούτε ένα δεκαεξασέλιδο. Η συγκεκριμένη μαρτυρία παραείναι σοβαρή για να την αντιπαρέλθεις.

Δικαίωμα κάποιου είναι να υποστηρίζει ότι δεν χρειαζόταν ένα πέμπτο νεοελληνικό λεξικό. Στον χώρο της λεξικογραφίας, που είναι το αντικείμενό μου, έχει εκφραστεί π.χ. η άποψη ότι θα αρκούσαν τα παλιότερα λεξικά, ΛΝΕΓ και ΛΚΝ, εμπλουτισμένα με στοιχεία από το διαδίκτυο σε μεταγενέστερες εκδόσεις. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή, αλλά σε καμία περίπτωση δεν «τραγικά λυπηρό» να την υποστηρίζει κανείς.  

Ως προς το γεγονός ότι το ΛΝΕΓ δεν καταγράφει ως λήμματα τους όρους λοιμωξιολόγος και λοιμωξιολογία, όλα τα εκδεδομένα λεξικά της νέας ελληνικής παρουσιάζουν ελλείψεις στο λημματολόγιό τους και όλα χαρακτηρίζονται από ασαφή κριτήρια επιλογής των λέξεων-λημμάτων. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι οι συντάκτες του ΛΝΕΓ και του ΛΚΝ δούλευαν ως το 1998, τότε που εκδόθηκαν τα δύο αυτά λεξικά, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους τόσες πηγές όσες υπάρχουν σήμερα. Και δεν εννοώ μόνο το διαδίκτυο. Οι συντάκτες του ΛΝΕΓ εκείνα τα χρόνια δεν είχαν καν τη δυνατότητα να συμβουλεύονται το ΛΚΝ (ούτε βέβαια οι του ΛΚΝ μπορούσαν να αξιοποιήσουν το ΛΝΕΓ). Απεναντίας, άλλοι βρήκαν έτοιμα ένα σωρό πράγματα. Αυτό βέβαια δεν δικαιολογεί το να απουσιάζουν τα λήμματα λοιμωξιολόγος και λοιμωξιολογία από μεταγενέστερες εκδόσεις, από όλα όμως τα λεξικά λείπουν βασικές λέξεις-λήμματα. Επιπλέον, με το να χρεώνεις στο «αντίπαλο» λεξικό την απουσία των δύο αυτών λημμάτων εν έτει 2021, μετά από τόσους μήνες πανδημίας, είναι σαν να γίνεσαι μετά Χριστόν προφήτης. Και απαιτείται έρευνα για να δει κανείς αν υπάρχει λεξικό που να καταγράφει ως λήμματα όλες τις ειδικότητες στην ιατρική και σε άλλες επιστήμες, πράγμα που δεν ξέρω καν αν χρειάζεται ούτε αν είναι εφικτό σε ένα ερμηνευτικό λεξικό όπως το ΛΝΕΓ και το ΛΚΝ – εντελώς διαφορετική περίπτωση θα ήταν ένα λεξικό ιατρικών ή άλλων επιστημονικών όρων.

Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα δεν τα ξέρω και δεν μπορούν να ελεγχθούν από το αναγνωστικό κοινό. Δεν μπορεί ο αναγνώστης της «Καθημερινής» να ξέρει τι ακριβώς έγινε σε μια συνεδρίαση που έλαβε χώρα πριν από 40 περίπου χρόνια. Δεν καταλαβαίνω πάντως τι σημαίνει το θαυμαστικό μέσα σε παρένθεση, το οποίο χρησιμοποιείται τόσες φορές στο σχολιαζόμενο άρθρο. Για παράδειγμα, δεν αποκλείεται δύο παλιά δημοσιεύματα για τον Γεώργιο Χατζιδάκι, έστω και αν τα εκθείασαν δύο διαπρεπείς καθηγητές, να μην προσφέρουν τίποτε καινούριο. Προς τι η έκπληξη;

Τέλος, παραθέτω ένα εύστοχο σχόλιο που έκανε στο Facebook καθηγήτρια Γλωσσολογίας:

«Σε αυτές τις επαναλαμβανόμενες συζητήσεις και τη θλιβερή αντιπαλότητα ακαδημαϊκών που βγαίνει προς τα έξω, μέρος της οποίας ενίοτε γινόμαστε και μεις, μού ’ρχεται στον νου μια ρήση των παλιών: τα ύστερα τιμούν τα πρώτα».

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

«Πικρές λεξικογραφικές αλήθειες»

 

Ο Γ. Μπ. έχει δίκιο όταν επισημαίνει ότι ο Χ. Χ. όψιμα άλλαξε στάση απέναντί του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια παλιά βιβλιοκρισία (βλ. https://bit.ly/3insxxl), στην οποία βλέπουμε τον Χ. Χ. πολύ διαφορετικό. Ο τωρινός επικριτής του Γ. Μπ. ήταν τότε υμνητής του. Στον παραπάνω διθύραμβο μάλιστα δεν δίστασε να χαρακτηρίσει ειρωνικά προοδευτικούς μερικούς επικριτές του Γ. Μπ., να υποστηρίξει ότι έχουν χαμηλό επίπεδο, να τους κατηγορήσει –με αφορμή την επαναφορά των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο από τον Γ. Μπ.– ότι «κινδυνολογούν αβασάνιστα και ανησυχούν επίπλαστα» κτλ. Απεναντίας, ο εν λόγω τώρα μεταμορφώνεται σε κάποιον που διαφωνεί με τις συντηρητικές απόψεις του συναδέλφου του.

Επίσης, στον Γ. Μπ. αποδόθηκαν γενικόλογοι ισχυρισμοί που ποτέ δεν έχει προβάλει, όπως ότι το «Χρηστικό Λεξικό» δεν είναι έργο της Ακαδημίας Αθηνών (βλ. https://bit.ly/2LVYwsg), ότι έγινε ερήμην της Ακαδημίας (βλ. https://bit.ly/2XQaqXw) κτλ. Φυσικά και είναι έργο της Ακαδημίας Αθηνών. Και βέβαια δεν έγινε «ερήμην» της Ακαδημίας. Δεν έχει συνταχθεί όμως από τους ακαδημαϊκούς και τους ειδικούς συντάκτες του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας, όπως θα μπορούσε να νομίσει κανείς, και δεν ταυτίζεται με το Ιστορικό Λεξικό. Άλλο αυτό και άλλο να πεις –γενικά– ότι ένα λεξικό δεν είναι έργο του τάδε ιδρύματος ή ότι εκπονήθηκε ερήμην του. Είναι λίγο παραπλανητικό να αποδίδονται σε κάποιον ισχυρισμοί που δεν αντιστοιχούν με αυτά ακριβώς που έχει γράψει και, κατόπιν, να καταρρίπτονται οι δήθεν ισχυρισμοί του ως εσφαλμένοι. Όσο για το ερώτημα του ακαδημαϊκού Β. Πετράκου «Χωρὶς τὴν Ἀκαδημία θὰ ὑπῆρχε τὸ Χρηστικὸ Λεξικό;», ποιος είπε το αντίθετο;
Ως προς το παλιό άρθρο του Γ. Μπ. («Για ένα νέο Λεξικό τής Ακαδημίας Αθηνών» [Βήμα 21.9.2003]), διαφωνώ με τη γνώμη του ότι δεν χρειαζόταν ένα ακόμη ερμηνευτικό λεξικό της νέας ελληνικής. Δικαίωμά του όμως είναι να υποστηρίζει την άποψη αυτή. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να δέχεται επικριτικά σχόλια για ό,τι υποστήριξε τότε.
Ας προσθέσω και το εξής: ο Γ. Μπ. έχει δεχτεί εύλογη και βάσιμη κριτική π.χ. για συντηρητικές απόψεις που έχει εκφράσει στο Facebook ή για ρυθμιστικά σχόλια που περιλαμβάνει το λεξικό του. Όπως όμως έχει επισημανθεί και άλλοτε, δεν έχει αναγκαστικά δίκιο κάποιος σε ό,τι του προσάπτει. Και οι κρίνοντες κρίνονται, όπως είναι φυσικό. Για παράδειγμα, ο ακαδημαϊκός Β. Πετράκος γράφει στο παραπάνω άρθρο του:


Καταρχήν, δεν έχει δίκιο ο Γ. Μπ. όταν επισημαίνει ως αρνητικό στοιχείο ενός λεξικού την απουσία γλωσσικών σχολίων. Είναι θέμα επιλογής η προσθήκη ή η απουσία «πλαισιωμένων» σχολίων. Τέτοια σχόλια δεν υπάρχουν ούτε στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, το οποίο παραμένει ένα εξαιρετικό λεξικό. Ωστόσο, όταν μιλάμε για γλωσσικά σχόλια, εννοούμε ακριβώς αυτά τα κουτάκια και όχι βέβαια τα λεξικογραφικά παραδείγματα. Είναι λοιπόν επιλογή του Γ. Μπ. να παραθέσει ένα τέτοιο κουτάκι, που να περιλαμβάνει μάλιστα 97 λέξεις. Επιλέγει να έχει το λεξικό του και εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Οι εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες δεν σημαίνουν αναγκαστικά φλυαρία.

Σεναριογράφοι και λεξικογράφοι

  Ο λόγος που κοινοποιώ αυτό εδώ το ποστ σε ένα γλωσσικό μπλογκ δεν είναι το «Ένσταση, κυρία πρόεδρος [αντί: πρόεδρε]», όπως θα μπορούσε να ...