Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ

Ενημερώθηκα ότι ένας γλωσσολόγος στον τοίχο του σχολιάζει μια ανάρτησή μου στο Facebook (βλ. εδώ, με τα μπλε γράμματα) κάνοντας ατυχέστατα σχόλια. Αναφέρεται σε «χώρους παρακείμενους της γλωσσολογίας που επιθυμούν όμως να έχουν λόγο για αυτήν». Σε περίπτωση που δεν το γνωρίζει, τον ενημερώνω ότι είμαι γλωσσολόγος. Επίσης, πουθενά δεν διατύπωσα την όντως περίεργη άποψη που παρουσιάζει, ότι όποιος έχει εντρυφήσει σε ένα θέμα αποκλείεται –εξαιτίας μάλιστα της εξειδίκευσής του– από το να εκφέρει λόγο έξω από τα στενά όρια του γνωστικού του αντικειμένου. Το αποκορύφωμα της έλλειψης δεοντολογίας εκ μέρους του είναι ότι βάζει στο κείμενό του σε εισαγωγικά κάτι που δεν γράφτηκε ποτέ από μένα! Ισχυρίζεται ψευδώς ότι γράφτηκε το εξής: «Δεν δικαιούστε να μιλάτε για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς σας». Και καλά οι παρερμηνείες που είδαμε στα σχόλια κάτω από τη δημοσίευσή μου, αλλά ψευδής παράθεση; Παράθεση ανύπαρκτου κειμένου; Και μάλιστα με χρήση εισαγωγικών; Είναι δυνατόν; 

Όλα τα υπόλοιπα που γράφει είναι παρερμηνείες. Πουθενά δεν εννοώ ότι κάποιος δεν δικαιούται να αρθρώνει πολιτικό λόγο, και μάλιστα πολιτικό λόγο που μας φέρνει σε δύσκολη θέση κτλ. Γιατί να έλθω σε δύσκολη θέση από την παρερμηνεία ενός νομικού όρου εκ μέρους ενός γλωσσολόγου; Καμία «ιδεολογία αποστειρωμένης αντικειμενικότητας» δεν υποστηρίζω. Ούτε στο γκρουπ ούτε στα βιβλία μου. Η σχετική αναφορά δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα. Θα το διαπιστώσει όποιος διαβάσει τα ποστ μου στο γκρουπ του Facebook «Ελληνική γλώσσα και γλωσσολογία» και τα βιβλία μου (ελεύθερα pdf).

Βαθύτατα αντιεπιστημονική είναι η διαστρέβλωση των γραφομένων του άλλου, και μάλιστα με ψεύτικα παραθέματα. Αυτό δεν δικαιολογείται και δεν σώζεται με τίποτα.

Ακολούθως, σχετικά με το πώς δραστηριοποιείται ένας γλωσσολόγος, δίνει θαυμάσια στοιχεία, που όμως κανείς δεν αμφισβήτησε στο παραπάνω γκρουπ.

Επίσης, κανείς δεν ζήτησε να υπάρχουν μη πολιτικοποιημένοι γλωσσολόγοι.

Αργότερα, ο εν λόγω, ως διαχειριστής της σελίδας «Περί γλώσσας και άλλων δεινών», πρόσθεσε τη φράση «λίγο πολύ» πριν από το ανύπαρκτο απόσπασμα κειμένου, ενώ στον τοίχο του το είχε παρουσιάσει σαν κανονικό παράθεμα. Οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε έστω μια μικρή πρόοδο.

Σε μεταγενέστερο σχόλιό του, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, γράφει ότι οι σκέψεις που παρέθεσε για τον ρόλο του γλωσσολόγου στην κοινωνία έχουν αξία, ανεξάρτητη από το κείμενο που στάθηκε αφορμή για τη διατύπωσή τους. Συμφωνώ απόλυτα με το «ανεξάρτητη» – αυτήν ακριβώς τη λέξη χρησιμοποιεί και, ουσιαστικά, ομολογεί ότι οι σκέψεις του δεν έχουν σχέση με το κείμενό μου. Στην πραγματικότητα, καθόλου δεν αμφισβήτησα τον ρόλο του γλωσσολόγου στην κοινωνία, ενώ εκείνος παρουσιάζει τα γραφόμενά μου με παραπλανητικό τρόπο.

Η στάση του βέβαια παραμένει αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική. Παραδείγματα: οι εντυπωσιοθηρικές διατυπώσεις του, η μόνιμη τοξικότητά του, η διαγραφή αντιρρητικών σχολίων, καθώς και το γεγονός ότι σχολιάζει μια ανάρτηση χωρίς να ενημερώνει τους αναγνώστες του σε ποιο γκρουπ έγινε. Συν τοις άλλοις, βγάζει το εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα ότι εκφράστηκα βιαστικά στην αρχή, ότι μετά άλλαξα γνώμη κτλ. 

Για μία ακόμα φορά μένω άναυδος από τη διαστρέβλωση των γραφομένων μου. Αυτή εδώ η περίπτωση όμως ήταν ακραία, ειδικά στο σημείο του ανύπαρκτου χωρίου: «“Δεν δικαιούστε να μιλάτε για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς σας”, γράφτηκε, εννοώντας ότι [...]».

Δεν έχει νόημα να συνεχιστεί αυτή η συζήτηση, αλλά ούτε και να ασχοληθώ άλλο με κάποιον που όχι μόνο παρερμηνεύει, όπως άλλοι άθελά τους, αλλά και διαστρεβλώνει συνειδητά τα γραφόμενά μου. Και παρακαλώ τους φίλους μου να μη με ενημερώσουν ξανά για κείμενα με παιδαριώδεις παρερμηνείες και απαράδεκτες διαστρεβλώσεις. Έχω πολύ πιο σημαντικά πράγματα να κάνω στη ζωή μου από το να απαντώ στον συγκεκριμένο κύριο.

Μόνο κάτι τελευταίο:

Πολύ εύστοχα τα όσα γράφει ο νομικός Π. Κωστούλας (βλ. https://bit.ly/3q1myBO) και λειτουργούν ως απάντηση στον συνεπώνυμό του. Αν είχαν δικαίωμα λόγου μόνο οι ειδικοί, θα φτάναμε στο σημείο «να γράφουμε εδώ μέσα μόνο καλημέρα, καλησπέρα και χρόνια πολλά», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά.

Και συμπληρώνει:

«Τι να κάνουμε; Η δημόσια σφαίρα από τη φύση της εφάπτεται με πλειάδα επιστημονικών και τεχνικών πεδίων, δεν είναι δυνατόν να επέλθει μαζική φίμωση εις το όνομα της μη ειδικότητας. Αυτά είναι σαχλαμάρες.

[...]

»Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι εκφράζουμε απόψεις επί θεμάτων που εκφεύγουν του επιστημονικού μας πεδίου. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς σε μια ανοιχτή κοινωνία.

»Το θέμα είναι να έχουμε συνείδηση της μη ειδικότητάς μας και να παρέχουμε πάντα προτεραιότητα στην εξειδίκευση».

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ

 Μου έστειλαν αυτή την εικόνα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο συντάκτης του κειμένου.

Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Μεταξύ αρχαίας και νέας ελληνικής δεν υπάρχουν «κάποιες μικρές» αλλά πολλές και μεγάλες διαφορές, πράγμα που καταλαβαίνει κανείς με ένα απλό ξεφύλλισμα π.χ. του λεξικού Δημητράκου. Τα παραπάνω βέβαια δεν αναιρούν ότι η νέα ελληνική ανάγεται στην αρχαία – ακριβέστερα, η νεοελληνική γλώσσα μέσω της μεσαιωνικής ελληνικής ανάγεται στην ελληνιστική κοινή, που είναι εξέλιξη της αρχαίας αττικής διαλέκτου.

Επίσης, τα αρχαία είναι όντως νεκρή γλώσσα, όπως και τα λατινικά, και καλό είναι να μη μας τρομάζουν οι λέξεις. Νεκρή είναι μια γλώσσα που δεν ομιλείται πλέον από φυσικούς ομιλητές (βλ. και https://bit.ly/3lbyZbp).

Η παρομοίωση της γλώσσας με το δέντρο δεν είναι εύστοχη. Η νέα ελληνική συνιστά αυτόνομο γλωσσικό σύστημα. Για να παραμείνει ζωντανή, πρέπει να υπάρχουν φυσικοί ομιλητές – και υπάρχουν.

Άστοχη είναι και μια παραλλαγή της παραπάνω παρομοίωσης, την οποία διαβάζουμε σε πρόλογο σχολικού βιβλίου (βλ. https://bit.ly/32mVQcu): «Eίναι [τα αρχαία ελληνικά] οι ρίζες της γλώσσας μας και πρέπει να τα φροντίζουμε γιατί η γλώσσα μας τα έχει ανάγκη, όπως ακριβώς κάθε ζωντανός οργανισμός έχει ανάγκη τις ρίζες του». Ακόμα και κανείς να μη «φροντίσει» τα αρχαία ελληνικά, η νέα ελληνική θα εξακολουθήσει να υπάρχει.

Τα προαναφερθέντα δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά. Η διδασκαλία και η γνώση τους όμως δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να παραμείνει ζωντανή η νέα ελληνική.



ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΙΑ ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ;

Παρακολουθούσα πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον την τηλεοπτική εκπομπή του αείμνηστου Ρένου Αποστολίδη τη δεκαετία του ’90. Ένα βίντεο που ξεχωρίζω είναι, ουσιαστικά, ένα εξαιρετικό μάθημα νέων ελληνικών που καθηλώνει («Ρένος Αποστολίδης (Γ. Βιζυηνός) 2/4», βλ. https://bit.ly/3f7ceTT). Σε αυτό το βίντεο, όπως και σε πολλά άλλα, φαίνεται η έντονη προσωπικότητά του, η πολυμάθειά του, η αγάπη του για το αντικείμενο και η μεταδοτικότητά του. Ποιος δεν θα ήθελε να έχει τέτοιους δασκάλους;

Ωστόσο, ουδείς άσφαλτος. Σε ένα άλλο βίντεο («Ρένος Αποστολίδης με τον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη – Περί ποιήσεως», βλ. https://bit.ly/32X9aF1) και, ειδικότερα, από το 54:34 και μετά υποστηρίζεται κατηγορηματικά ότι η νεοελληνική γλώσσα είναι μια έκπτωση της όλης ελληνικής. Ο λόγος που αναφέρεται είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου, η ελληνική έχασε διάφορα στοιχεία όπως μετοχές, απαρέμφατα, συντάξεις και πτώσεις. Ένας γλωσσολόγος όμως θα μας έλεγε ότι δεν είναι βάσιμη η συγκριτική αξιολόγηση γλωσσικών φάσεων και ότι π.χ. ότι το απαρέμφατο αντικαταστάθηκε από ειδικές ή βουλητικές προτάσεις, η δοτική από εμπρόθετους προσδιορισμούς κτλ.

Και βέβαια «τολμάς να διαφωνήσεις» ότι η νεοελληνική είναι μια έκπτωση της όλης ελληνικής. Γιατί ξέρεις ότι δεν είναι δυνατόν να ασχολείσαι με ένα τέτοιο θέμα ερήμην της αρμόδιας επιστήμης. Είναι σαν να μιλάς για τη λειτουργία της καρδιάς χωρίς να λαμβάνεις υπόψη την ιατρική.

Το διαδίκτυο αποτέλεσε μέσο έκφρασης ενός γλωσσολογικού αντίλογου σε πολλές και διάφορες αβάσιμες απόψεις για τη γλώσσα. Αυτή ήταν μια θετική του πλευρά. Την αρνητική δεν θέλω να τη σκέφτομαι.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΑ ΜΟΝΟΤΟΝΑ

 «Ο Γ. Μπαμπινιώτης και το “Χρηστικό Λεξικό” της Ακαδημίας Αθηνών»

Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο τεύχος Σεπτεμβρίου της Athens Review of Books, αλλά δεν το σχολίασα αμέσως, γιατί περίμενα να δω τυχόν απάντηση του Γ. Μπ. στον συνάδελφό του. Δεν υπέπεσε όμως στην αντίληψή μου κάποιο απαντητικό κείμενό του και έτσι γράφω μερικά σχόλια τώρα.

Ο Χ. Χ. στην αρχή του κειμένου του γράφει για το Χρηστικό Λεξικό (εφεξής: ΧρΛεξ) ότι ο Γ. Μπ. «αντί να το σχολιάσει με δεοντολογικό τρόπο από οποιοδήποτε επιστημονικό περιοδικό, προτίμησε να το παρουσιάσει επικριτικά ως Εισαγωγή [...] στην τελευταία (πέμπτη) έκδοση του Λεξικού του της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (στο εξής: ΛΜπ)». Δεν στέκει όμως μια τέτοια αντιδιαστολή, από τη μια η δεοντολογία και το επιστημονικό περιοδικό και από την άλλη η επικριτική παρουσίαση και η εισαγωγή του ΛΜπ. Δικαίωμα του Γ. Μπ. ήταν να σχολιάσει το ΧρΛεξ από τις σελίδες του ΛΜπ, ακόμα με επικριτικό τρόπο, και αυτό από μόνο του δεν έχει τίποτα το αντιδεοντολογικό.

Ο Χ. Χ. αφιερώνει τρεις παραγράφους του άρθρου του στο εξής θέμα: στην εισαγωγή του ΛΜπ, σε μια επικεφαλίδα, το επώνυμο του Χ. Χ. «εμφανίζεται τεμαχισμένο και τυπωμένο σε δύο διαφορετικές γραμμές». Κάνει λόγο μάλιστα για ασυνήθιστο και ανοίκειο τεμαχισμό και θεωρεί ότι οι υπεύθυνοι έχουν ηθική υποχρέωση, στην επόμενη έκδοση του ΛΜπ, να αποκατασταστήσουν την «πλήρη οπτική εικόνα» του επωνύμου του. Πρόκειται, επιεικώς, για φαιδρότητες. Τα σχόλια που περιλαμβάνονται στις τρεις αυτές παραγράφους αφορούν ένα ανούσιο θέμα.    

Στη συνέχεια του άρθρου του ο Χ. Χ. αποδίδει στον Γ. Μπ. κάτι που δεν έγραψε ποτέ, ότι δηλαδή το ΧρΛεξ δεν είναι έργο της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Χ. Χ. παραθέτει αυτούσια τη σχετική υποσημείωση του Γ. Μπ., στην οποία πολύ σωστά επισημαίνεται ότι το ΧρΛεξ δεν έχει καμία σχέση με το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Ακολούθως, ο Χ. Χ. με ασύστατα επιχειρήματα κατηγορεί τον Γ. Μπ. ότι απαξιώνει την Ακαδημία Αθηνών. Για να μην κουράσω υπερβολικά μεταφέροντας εδώ και ανασκευάζοντας όλα τα φλύαρα σχόλιά του, στέκομαι μόνο στο εξής: ο Χ. Χ. παραθέτει απόσπασμα από το λήμμα Ακαδημία του ΛΜπ, που περιλαμβάνει ως δεύτερη –συνεκδοχική– σημασία «το κτήριο στο οποίο στεγάζεται το παραπάνω ίδρυμα», με παράδειγμα: Η ~ Αθηνών βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Ο Χ. Χ. θεωρεί «έντονα απαξιωτικό» το επεξηγηματικό παράδειγμα, χαρακτηρίζει περικαλλές το κτίριο της Ακαδημίας, προσθέτει ότι «δεν είναι ένα άχρωμο, σύγχρονο, πολυώροφο κτίριο» όπως πολλά κοντινά και ότι «πρόκειται για το ωραιότερο νεοκλασικό κτίριο του κόσμου», και μάλιστα «ισάξιο με τα μνημεία της Ακροπόλεως» κατά τον Αναστάσιο Ορλάνδο. Καλά όλα αυτά και μακάρι το ιστορικό κέντρο της Αθήνας να ήταν γεμάτο νεοκλασικά κτίρια. Ο ισχυρισμός όμως ότι το λήμμα Ακαδημία του ΛΜπ απαξιώνει την Ακαδημία Αθηνών ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας.

Ο Γ. Μπ. έχει δίκιο όταν καταλογίζει ως βασική αδυναμία του ΧρΛεξ την απουσία λεπτομερών ετυμολογικών πληροφοριών. Ο Χ. Χ. απαντά ότι «ο φυσικός ομιλητής δεν χρειάζεται την ετυμολογία για την καθημερινή του επικοινωνία» και αναρωτιέται πόσοι μαραγκοί γνωρίζουν την ετυμολογία της λέξης μαραγκός. Μόνο που κριτήριο για την προσθήκη της ετυμολογικής πληροφορίας στο λήμμα ενός λεξικού δεν είναι μόνο αν αυτή χρειάζεται για την καθημερινή μας επικοινωνία. Η ετυμολογία έχει και ένα εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον. Και είναι υποκειμενική η έννοια του ενδιαφέροντος, αφού μια πληροφορία μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον περισσότερο ή λιγότερο, ή και καθόλου. Μπορεί στο ΛΜπ να υπάρχουν αναλυτικές ετυμολογικές πληροφορίες που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό, αλλά στο ΧρΛεξ σίγουρα η ετυμολογία είναι ελλιπής. Και για όποιον έχει μάτια και βλέπει δεν υπάρχει καμία σύγκριση μεταξύ των δύο λεξικών ως προς την ετυμολογία. Η αλήθεια αυτή φαίνεται ακόμα και με ένα απλό ξεφύλλισμα.

Ως προς τα γλωσσικά σχόλια, ο Γ. Μπ. σωστά επισημαίνει ότι απουσιάζουν από το ΧρΛεξ. Στην απάντησή του ο Χ. Χ. ασχολείται αναλυτικά με τα γλωσσικά σχόλια του ΛΜπ και έχει εν μέρει δίκιο. Αφενός, αρκετά από τα σχόλια του ΛΜπ είναι ρυθμιστικά. Αφετέρου, ο χαρακτηρισμός «περιττά» είναι υποκειμενικός και συζητήσιμος. Για παράδειγμα, το σχόλιο που μας πληροφορεί για την ορθογραφία ουδετέρων σε -ίδι και όχι -είδι έχει ένα ενδιαφέρον. Σε παλιά λογοτεχνικά κείμενα π.χ. συναντά κανείς παρωχημένες γραφές και μπορεί να απορήσει αν ήταν οι σωστές ή να πιστέψει τις ανακρίβειες που δημοσιεύονται, ότι δηλαδή σε περιπτώσεις όπως αυτή εδώ έχουν καθιερωθεί αβάσιμες ετυμολογικά ορθογραφικές απλοποιήσεις. Όπως έχω γράψει (βλ. εδώ) για το ΛΜπ, «με δεδομένο ότι είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό, ειδικά με τα σχόλια που παραθέτει εντός πλαισίου, δείχνει μεγάλο προβληματισμό για θέματα ορθογραφίας της νέας ελληνικής και λύνει απορίες που δεν μπορούν να λυθούν με χρήση άλλων λεξικών. Για παράδειγμα, μόνο στο ΛΝΕΓ [ΛΜπ] μπορεί κανείς να βρει τόσο αναλυτικές πληροφορίες για θέματα όπως η ορθογραφική παράσταση των νεότερων δάνειων λέξεων». Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί όμως να δει τι γράφω συνολικά για την ορθογραφία στο ΛΜπ και σε άλλα νεοελληνικά λεξικά. 

Σχετικά με τη διπλή ορθογραφία στο ΧρΛεξ, και πάλι έχει δίκιο ο Γ. Μπ. στην επισήμανσή του ότι δεν εξηγείται πού βασίζεται και πώς τεκμηριώνεται. Όπως έχω ξαναγράψει, στο ΧρΛεξ δεν εξηγείται στον μη ειδικό τι αντιπροσωπεύει καθεμία από τις δύο γραφές –αφτί και αυτίαβγό και αυγό κ.ά.– και, γενικά, για θέματα ορθογραφίας το ΧρΛεξ δεν λύνει αλλά μάλλον γεννάει απορίες, που θα λυθούν αν ανατρέξει κανείς σε άλλες πηγές. Σχετική κριτική έχει κάνει και η Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη σε άρθρο της (βλ. εδώ), στο οποίο ο Χ. Χ. αποδίδει τον άστοχο χαρακτηρισμό «ρηχό».

Για μερικά πιο εξειδικευμένα θέματα λεξικογραφίας θα συνεχίσω όχι εδώ αλλά ίσως στο ιστολόγιό μου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα, ότι και οι κρίνοντες κρίνονται. Ο Γ. Μπ. έχει δεχτεί βάσιμη κριτική για ορισμένα δημοσιεύματά του κτλ., αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχεις αναγκαστικά δίκιο σε οτιδήποτε κι αν γράψεις ασκώντας του αρνητική κριτική. Όπως στη γλώσσα, έτσι και στα λεξικά η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη.

Σεναριογράφοι και λεξικογράφοι

  Ο λόγος που κοινοποιώ αυτό εδώ το ποστ σε ένα γλωσσικό μπλογκ δεν είναι το «Ένσταση, κυρία πρόεδρος [αντί: πρόεδρε]», όπως θα μπορούσε να ...