Ο ολοκληρωμένος σχολιασμός του κειμένου «Απάντηση σε αναιδή “κριτική” ή Όταν τα τρολ γλωσσολογούν» (βλ. https://bit.ly/3dFpBIk), το οποίο αποτελεί απάντηση σε ένα εξαιρετικό –κατά τη γνώμη μου– άρθρο των γλωσσολόγων Άννας Ιορδανίδου και Μαρίας Καμηλάκη (βλ. https://bit.ly/2Vrm89Z) παρουσιάζει δυσκολίες. Αφενός, πρόκειται για πολυσέλιδο κείμενο –εκτείνεται σε δεκατέσσερις σελίδες– και, αφετέρου, δεν είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε αυτό μέσω διαδικτύου. Κατά συνέπεια, ο σχολιασμός εκ μέρους μου όλων των γραφομένων από τον Χ. Χ. θα έδινε τεράστια έκταση στο δικό μου κείμενο και θα κούραζε πολύ. Γι’ αυτό, θα γράψω μερικά πρώτα σχόλια εδώ και θα συνεχίσω ίσως αλλού κάποια στιγμή. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς όμως ότι επιδέχονται σχολιασμό όλα όσα γράφει ο συντάκτης του άρθρου.
Βασικό χαρακτηριστικό του σχολιαζόμενου κειμένου είναι ότι περιλαμβάνει πολλά στοιχεία που δεν προσιδιάζουν σε επιστημονικό άρθρο. Προσωπικές επιθέσεις, χτυπήματα κάτω από τη μέση κτλ. Μια γεύση μπορεί κανείς να πάρει από ένα σημείωμα που προτάσσεται και έχει αναρτηθεί στο Facebook (βλ. https://bit.ly/388KhqZ). Το πολυσέλιδο άρθρο του Χ. Χ. και το σύντομο εισαγωγικό σημείωμα του Μ. Β. είναι στο ίδιο μήκος κύματος ως προς το σκαιό ύφος. Μειωτικά σχόλια και παρόμοια υπονοούμενα σε βάρος γλωσσολόγων που έχουν ασχοληθεί με λέξεις ταμπού δεν έχουν καμία θέση στη γλωσσολογική αρθρογραφία. Μπορούν να γίνουν δεκτά ίσως από κάποιους υπερσυντηρητικούς, πάντως όχι από ενημερωμένους γλωσσολογικά αναγνώστες. Ο γλωσσολόγος και ο λεξικογράφος δεν έχουν ταμπού και ασχολούνται με τέτοιες λέξεις επιστημονικά. Και, ως προς τον δευτερεύοντα τίτλο «Όταν τα τρολ γλωσσολογούν», ο Χ. Χ. και ο Μ. Β. μάλλον δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι το εμπρηστικό ύφος, καθώς και το να ανοίγει κανείς χίλια δυο θέματα, σχετικά και άσχετα, όπως κάνει ο Χ. Χ., είναι στοιχεία «τρολοσύνης». Ακόμα, η προσπάθεια του Χ. Χ. να απαξιώσει το επιστημονικό έργο της Άννας Ιορδανίδου («μια ώριμη ηλικιακά επιστήμονας, με περιορισμένης εμβέλειας έως ανύπαρκτες θεωρητικές συμβολές στη λεξικογραφία») είναι άτοπη. Πρόκειται για καθηγήτρια που έχει στο ενεργητικό της μια σειρά από πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις για γλωσσικά και λεξικογραφικά θέματα, και μάλιστα έχει γράψει και η ίδια λεξικά. Και βέβαια, αν η Άννα Ιορδανίδου είχε γράψει καμιά εγκωμιαστική κριτική για το λεξικό του, εννοείται ότι ο Χ. Χ. δεν θα εκφραζόταν έτσι. Απαράδεκτη είναι και η απαξιωτική αναφορά του Χ. Χ. στους συνεργάτες του Γ. Μπαμπινιώτη (στη σημείωση 37), ότι «δεν διδάχτηκαν» τίποτε από το λεξικό του. Οι συντάκτες του λεξικού Μπαμπινιώτη τράβηξαν κουπί σε εποχές που η δημιουργία ενός μεγάλου ερμηνευτικού λεξικού ήταν ασυγκρίτως πιο δύσκολη, και μάλιστα χωρίς να δουλεύουν σε κρατικό ίδρυμα – αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για μερικούς.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό στο άρθρο του Χ. Χ. είναι οι αντιφάσεις του. Γράφει ο συντάκτης του σε ένα σημείο: «Δεν θα επιδοθώ στον άχαρο ρόλο διερεύνησης των διαδρομών της σκέψης των Ιορδ.-Καμηλ. (ούτε με ενδιαφέρει ούτε ταιριάζει στον χαρακτήρα μου)». Κι όμως, κάνει ακριβώς αυτό που δηλώνει ότι δεν τον εκφράζει. Ιδού ένα παράδειγμα: ο Χ. Χ. επικρίνει τις δύο γλωσσολόγους γιατί από τις βιβλιογραφικές αναφορές λείπει ένα άρθρο της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (βλ. https://bit.ly/3dHyC3M) που είναι στην ίδια γραμμή πλεύσης και μπαίνει στη διαδικασία να βρει για ποιον λόγο «αποσιωπούν» αυτή την εργασία:
«Αν δεν την είχαν υπόψη τους, επιβεβαιώνεται η προχειρότητά τους ως προς τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Αν τη γνώριζαν, πράγμα διόλου απίθανο, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: το λιγότερο πιθανό είναι να την απαξίωσαν ως πρόχειρη εργασία, ανάξια να μνημονευθεί. Ενδεχομένως απέφυγαν την αναφορά για να μη θεωρηθεί ενορχηστρωμένη επίθεση στο λεξικό της Ακαδημίας. Ό,τι και αν ισχύει, και στις τρεις περιπτώσεις, ή ό,τι άλλο υποθέσει κανείς, οι Ιορδ.-Καμηλ. αυτοεκτίθενται».
Πρώτον, αποσιωπώ σημαίνει ότι συνειδητά αποκρύπτω κάτι. Τι λόγο είχαν οι Ιορδ.-Καμηλ. να παραλείψουν την αναφορά σε ένα άρθρο μιας σπουδαίας γλωσσολόγου, της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, η οποία είναι στο ίδιο μήκος κύματος; Έπειτα, η παράλειψη μιας πηγής εκ μέρους ενός ερευνητή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άρθρο του είναι πρόχειρο ως προς τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Στο κάτω κάτω, δεν πρόκειται για διατριβή, ώστε να είναι εξαντλητικές οι βιβλιογραφικές αναφορές. Μήπως στα δικά του άρθρα ο Χ. Χ. αναφέρει όλες τις σχετικές πηγές; Επίσης, το εν λόγω άρθρο της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη είναι υποδειγματικό, όπως πάντα. Επομένως, δεν είναι καθόλου πιθανό δύο γλωσσολόγοι να το απαξιώσουν ως πρόχειρο και ανάξιο να μνημονευθεί. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν λείπουν τα θετικά σχόλια για το λεξικό του Χ. Χ. ούτε από το άρθρο των Ιορδ.-Καμηλ. ούτε από το άρθρο της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη. Και είναι τόσο ενορχηστρωμένη αυτή η υποτιθέμενη επίθεση, ώστε τα δύο αυτά άρθρα έχουν δημοσιευθεί με διαφορά τεσσάρων χρόνων!
Από το άρθρο του Χ. Χ. δεν λείπουν και αναφορές που μπορεί να παραπλανήσουν. Δύο παραδείγματα: Πρώτον, οι Ιορδ.-Καμηλ. επισημαίνουν σωστά ότι ορισμένοι από τους επιστημονικούς όρους που καταγράφονται στο λεξικό του Χ. Χ. είναι εξαιρετικά ασυνήθιστοι στο γενικό λεξιλόγιο, όπως η αβοκέτα «σπάνιο είδος πουλιού» (ορνιθολογία). Ο Χ. Χ. απαντά ότι έβαλε στο λεξικό του απειλούμενα είδη της πανίδας και της χλωρίδας, «για να αφυπνίσουν συνειδήσεις». Καλό θα ήταν να μας πει βέβαια αν τελικά αφυπνίστηκαν οι συνειδήσεις, όμως αλλού θέλω να καταλήξω. Αμέσως μετά παραθέτει τα λόγια του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη σχετικά με την ανθρωπιστική αντιμετώπιση των λέξεων. Είναι προφανές όμως ότι ο Κ. Χ. εννοεί τη μεταχείριση των λέξεων εκ μέρους ενός ποιητή και όχι ενός λεξικογράφου. Δεύτερον, στη σημείωση 41 ο Χ. Χ. γράφει ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη «έχει καταγράψει σοκαριστικά παραδείγματα», όπως αυτό που παρατίθεται στη φράση την κούνησα την αχλαδιά, και παραπέμπει σε δημοσίευμα του Γιάννη Χάρη (βλ. https://bit.ly/2VoiSfu). Μόνο που ο Γ. Χάρης ασκεί εντελώς διαφορετική κριτική. Συγκεκριμένα, θεωρεί κωμικά γλαφυρό το καταγεγραμμένο παράδειγμα. Δεν υπάρχει εδώ κανένα σοκαριστικό παράδειγμα. [1]
Ως προς τον τρόπο επιλογής λημμάτων, η Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη στο προαναφερθέν εξαιρετικό άρθρο της επισημαίνει εύστοχα ότι για τη νέα ελληνική «δεν διαθέτουμε ακόμη και σήμερα σώματα κειμένων τέτοιου μεγέθους ώστε να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τη σύνταξη ερμηνευτικού λεξικού». Και οι Ιορδ.-Καμηλ. στην εργασία τους σημειώνουν σωστά για τα τρία ερμηνευτικά λεξικά που συγκρίνουν: «όχι στήριξη σε συγκροτημένη συλλογή σωμάτων κειμένων». Και ειδικά για το λεξικό του Χ. Χ. γράφουν: «Στον Πρόλογο αναφέρεται ασαφώς στήριξη σε “εκτενείς έντυπες και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, σε ανοικτά και κλειστά σώματα κειμένων”». Ο Χ. Χ., από την άλλη, επιλέγει να κλείσει τα μάτια σε αυτή την πραγματικότητα και να θολώσει τα νερά με εντυπωσιοθηρικές δηλώσεις όπως: «Αν ίσχυε ο ισχυρισμός αυτός, [...] εγώ έπρεπε να κρυφτώ και να εξαφανιστώ από προσώπου της γης»! Ασχολούμαι επαγγελματικά με τη σύνταξη λημμάτων εδώ και 15-20 χρόνια και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη έχει απόλυτο δίκιο. Όλα αυτά τα χρόνια, σώματα κειμένων όπως του ΕΘΕΓ/ΙΕΛ δεν τα έχω χρησιμοποιήσει περισσότερο από μία εβδομάδα, γιατί είδα νωρίς ότι είναι ανεπαρκή. Βέβαια, στην τελευταία ανακοίνωσή μου στο συνέδριο της Πάτρας πρότεινα τρόπους να μετριαστεί αυτό το πρόβλημα και να γίνει εκ μέρους του λεξικογράφου το καλύτερο δυνατό ως προς τη συγκρότηση του λημματολογίου. Από εκεί και πέρα, όταν κατά τη σύνταξη ενός λήμματος συμβουλεύομαι λ.χ. το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ή ένα ξένο γλωσσάρι επιστημονικών όρων, μια βάση δεδομένων συμβουλεύομαι. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την πραγματικότητα που περιγράφει παραπάνω η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, η οποία εύστοχα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το ζήτημα της συγκρότησης μακροδομής που να στηρίζεται σε αντιπροσωπευτικά σώματα κειμένων παραμένει ζητούμενο». [2]
Ως προς την ετυμολογία, ο Χ. Χ. δέχεται ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη συγχρονική χρήση, δηλώνει ότι τη συγκεκριμένη θέση υποστηρίζει εδώ και τριάντα χρόνια και ότι φυσικά, όπως χαρακτηριστικά γράφει, την εφάρμοσε στο λεξικό του. Συμπληρώνει μάλιστα ότι, για να χρησιμοποιήσει κανείς σωστά τη λέξη κορόιδο, δεν χρειάζεται να ξέρει ότι αρχικά σήμαινε το κουρεμένο γίδι. Εδώ ο Χ. Χ. συγχέει δύο διαφορετικά θέματα, την υπερεκτίμηση της ετυμολογίας, η οποία δήθεν μας βοηθάει να μιλάμε σωστά, και την ποσότητα των ετυμολογικών πληροφοριών στο λήμμα ενός λεξικού. Ακόμα και αν όλοι αποκτούσαν γλωσσολογικές γνώσεις και συνειδητοποιούσαν τη διάκριση διαχρονίας-συγχρονίας, και πάλι θα υπήρχαν λόγοι για την καταγραφή ετυμολογικών πληροφοριών σε ένα λεξικό, ακόμα και αναλυτικών. Μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται για την ετυμολογία της λέξης άνθρωπος, χωρίς να πιστεύει ότι αυτό θα τον βοηθήσει να τη χρησιμοποιεί «σωστά». Η έκταση της ετυμολογικής ιστορίας σε ένα λεξικό είναι μάλιστα και θέμα που συνδέεται με γλωσσικές ιδεολογίες. Πάντως, με τη λογική του Χ. Χ., δεν θα έπρεπε να καταγράψει στο πεδίο της ετυμολογίας ούτε τη χρονολογία πρώτης εμφάνισης πολλών λέξεων, αφού ούτε αυτή βοηθάει στη «σωστή» χρήση τους. Είναι προφανές ότι το πώς λειτουργεί η ετυμολογία γενικά και το πόση ετυμολογία θα υπάρχει σε ένα λεξικό είναι δύο διαφορετικά θέματα.
Αυτά προς το παρόν.
[1] Ο Χ. Χ. ισχυρίζεται ότι οι Ιορδ.-Καμηλ. γράφουν για λέξεις όπως πούστης, κίναιδος και τοιούτος με «ανατριχιαστικές λεπτομέρειες». Καμία ανατριχιαστική λεπτομέρεια δεν υπάρχει. Λες και δεν μπορεί κανείς εύκολα να ανατρέξει στο άρθρο τους και να διαπιστώσει ότι, απλούστατα, οι δύο ερευνήτριες ανατρέχουν σε νεοελληνικά λεξικά και διαπιστώνουν ότι η τάδε λέξη έχει τη σημασία του παθητικού ομοφυλόφιλου και η δείνα απλώς του ομοφυλόφιλου. Ο Χ. Χ. υποστηρίζει ότι «οι σεξουαλικές προτιμήσεις, στάσεις και συμπεριφορές του κάθε ατόμου [...] δεν παρουσιάζονται ποτέ σε χρηστικά λεξικά [...]». Μα ο ίδιος ορίζει τον κίναιδο ως παθητικό ομοφυλόφιλο και οι Ιορδ.-Καμηλ. ασχολούνται με την ακρίβεια του ορισμού.
Παρομοίως, σχετικά με τις εκφράσεις που περιλαμβάνουν τη λέξη αρχίδι, ο Χ. Χ. γράφει ότι «ο σοβαρός λεξικογράφος ενός χρηστικού λεξικού» δεν θα παραθέσει «επεξηγηματικό παράδειγμα» χρήσης τέτοιων εκφράσεων από γυναίκα. Μα κανείς δεν έκανε λόγο για «επεξηγηματικό παράδειγμα». Ο ίδιος στο λεξικό του, στο λήμμα αρχίδι, σε άλλη έκφραση σημειώνει ότι χρησιμοποιείται από άνδρα, σε άλλη συνήθως από άνδρα κτλ. Οπότε, γεννάται το ερώτημα για την ακρίβεια των ορισμών που ο ίδιος συνέταξε ή ενέκρινε.
[2] Οι Ιορδ.-Καμηλ. δεν έχουν δίκιο, όταν γράφουν ότι λ.χ. το ρήμα φτωχοποιώ, όπως αποδεικνύεται από την αναζήτησή του σε ένα σώμα κειμένων, δεν ανήκει στο γενικό λεξιλόγιο. Μέσω διαδικτυακής αναζήτησης διαφόρων τύπων ανευρίσκονται άφθονα παραδείγματα χρήσης. Ωστόσο, το συμπέρασμα του Χ. Χ. ότι οι Ιορδ.-Καμηλ. είναι αποκομμένες από την κοινωνική πραγματικότητα δεν προκύπτει από μια –έστω άστοχη– εκτίμηση. Όσο για το ειρωνικό σχόλιο του Χ. Χ. «Να χαίρονται τα σώματα κειμένων που έλαβαν υπόψη», η διαφορετική εικόνα που παρουσιάζει το ρήμα φτωχοποιώ και αναρίθμητες άλλες λέξεις αφενός σε ανεπαρκή σώματα κειμένων και αφετέρου στο διαδίκτυο αποκαλύπτει το κοινό μυστικό, ότι τα «σώματα κειμένων», οι «βάσεις δεδομένων» κτλ. είναι το Google. Τέλος, ένα άλλο ειρωνικό σχόλιο του Χ. Χ. για το φτωχοποιώ –«άκουσον, άκουσον, δεν υπάρχει αυτό το ρήμα στη Νεοελληνική!»– είναι άτοπο. Οι Ιορδ.-Καμηλ. έκαναν μια εσφαλμένη εκτίμηση, αλλά πουθενά δεν υποστήριξαν ότι το φτωχοποιώ είναι ανύπαρκτο στη νέα ελληνική.
Σχετικός σύνδεσμος:
https://www.facebook.com/groups/501111816569178/permalink/3603673759646286