Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ

  

   


Αρκετοί γλωσσολόγοι και άλλοι ερευνητές του χώρου μας επικρίνουν την τάση μη ειδικών να αποφαίνονται για θέματα γλώσσας χωρίς να έχουν ρωτήσει γλωσσολόγο. Οι ίδιοι όμως δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να μπουν στα χωράφια της νομικής και πολλών άλλων γνωστικών τομέων χωρίς σχετική ενημέρωση. Κι αυτό είναι η μεγάλη αντίφαση.

Ένας γλωσσολόγος στον τοίχο του στο Facebook σχολιάζει έναν άστοχο ισχυρισμό για την αρχαία ελληνική γλώσσα, ότι τάχα «είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που διαθέτει ευκτική ρηματική έγκλιση – για να εκφράσει την επιθυμία», ως εξής:

«Πραγματικά έχει καταντήσει αποκαρδιωτικό. Ακόμα και από σοβαρούς ανθρώπους διαβάζει κανείς ό,τι να ’ναι για τη γλώσσα, λες και δεν υπάρχουν γλωσσολόγοι στην Ελλάδα. Φανταστείτε να βγω να πω κάτι για την Ιατρική, τη Δομική Μηχανική ή την Παλαιογραφία χωρίς να ρωτήσω έναν συνάδερφο πιο ειδικό από εμένα».

Μα δεν χρειάζεται να το φανταστούμε. Ήδη το βλέπουμε στην κοινοποιημένη ανάρτηση. Δεν έχει σημασία αν είναι ιατρικό, νομικό ή άλλο θέμα – η ουσία είναι ότι ένας γλωσσολόγος μπαίνει σε ξένα χωράφια. Ιδίως οι πιο πολιτικοποιημένοι γλωσσολόγοι, χρόνια τώρα, δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από τους μη γλωσσολόγους που μιλάνε για γλωσσικά θέματα ερήμην της γλωσσολογίας (για σχετικά παραδείγματα βλ. εδώ).

Σε μερικά θέματα προτεραιότητα έχει ο ειδικός. Στην προκειμένη περίπτωση, νομικός θα μας εξηγήσει πώς ορίζεται η επίταξη και πώς συνδέεται με την αποζημίωση. Νομικός θα μας ξεκαθαρίσει αν η αποζημίωση ως προς την επίταξη είναι στοιχείο βασικό, δευτερεύον, παρεπόμενο, περιφερειακό ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Νομικό θα συμβουλευθούμε, για να μάθουμε αν μπορεί να γίνει επίταξη χωρίς αποζημίωση. Ξέρω νομικούς που έχουν εκφραστεί σχετικά (βλ. εδώ). Αν υπάρχει δεύτερη άποψη, πράγμα που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, και πάλι ειδικός θα μας διαφωτίσει. Διιστάμενες απόψεις έχω διαβάσει σε κείμενα νομικών ως προς ένα πιο πρόσφατο θέμα (βλ. εδώ). Δυσκολεύομαι πολύ να γράψω σχετικά με ένα θέμα που δεν κατέχω καθόλου, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι οι απαντήσεις γλωσσολόγων για ένα νομικό –και πάλι– θέμα δεν έχουν καμία βαρύτητα.

Ένα πράγμα που μας μαθαίνει η λεξικογραφία –ως επαγγελματική ενασχόληση με τη σύνταξη λημμάτων– είναι να ρωτάμε και να ακούμε τους ειδικούς. Στα οργανωμένα λεξικά, τους νομικούς όρους αναλαμβάνει νομικός, τους μαθηματικούς μαθηματικός κτλ., γιατί είναι βέβαιο ότι ο συντάκτης θα κάνει λάθη ως μη ειδικός. Αν έχω αναλάβει π.χ. το λήμμα επίταξη, είναι αυτονόητο ότι νομικός θα μου πει πώς ορίζεται η σημασία της λέξης. 

Επίσης, όταν λέμε ή γράφουμε ότι «αυτό σημαίνει» η τάδε λέξη, ό,τι ακολουθεί δεν αποτελεί αναγκαστικά έναν κανονικό και πλήρη ορισμό της σημασίας της, όπως αυτόν που θα βλέπαμε σε ένα καλό λεξικό. Για παράδειγμα, ο Γ. Κατρούγκαλος δηλώνει (βλ. εδώ):

«Αυτό σημαίνει δημοκρατία, να αναζητείς λύσεις εκεί [που] μπορεί να υπάρχουν σήμερα συγκλίσεις και να συνεχίζεται η αντιπαράθεση των απόψεων ώστε να προετοιμαστούν οι μελλοντικές».

Εννοείται ότι με τα παραπάνω λόγια δεν έδωσε έναν ολοκληρωμένο ορισμό της δημοκρατίας. Και βέβαια δεν μπορείς να πάρεις αυτούσιο αυτό το κομμάτι της συνέντευξής του και να το βάλεις ως ορισμό σημασίας στο λήμμα δημοκρατία ενός λεξικού.

Στο λήμμα σημαίνω του ΜΗΛΝΕΓ έχουν καταγραφεί υποσημασίες όπως «Περιλαμβάνει κτ, συνεπάγεται κτ ή έχει ως προϋπόθεση κτ», «Έχει ως αποτέλεσμα κτ» κτλ. Το ρήμα δεν έχει μόνο τη βασική του σημασία, όπως όταν λέμε ότι «αρωγή σημαίνει βοήθεια». 

Όταν παρερμηνεύουμε το ρήμα σημαίνω και δηλώνουμε ότι κακώς ορίζεται η επίταξη ως πληρωμή, η στάση μας θυμίζει λίγο κάτι υπερσυντηρητικούς λαθοθήρες. Κι αυτοί ανακαλύπτουν λάθη και διορθώνουν άλλους ομιλητές, γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη πώς λειτουργεί η γλώσσα και θεωρούν εσφαλμένες μερικές χρήσεις. Μια ζωντανή, ομιλούμενη γλώσσα έχει έναν δυναμικό χαρακτήρα και επιβάλλει έναν αντίστοιχο τρόπο προσέγγισης κι από τον ερευνητή, ανεξαρτήτως ιδεολογίας.

Τα όσα γράφω παραπάνω σχολιάστηκαν ατυχέστατα από τον γλωσσολόγο Α. Κ. Του έχω απαντήσει αναλυτικά στο κείμενό μου που έχει τίτλο «ΜΙΑ ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ»Ο Α. Κ. βάζει σε εισαγωγικά κάτι που δεν γράφτηκε ποτέ από μένα: «Δεν δικαιούστε να μιλάτε για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς σας». Επίσης, κλείνει το κείμενό του γράφοντας ότι «δεν γίνεται να υπάρχουν μη “πολιτικοποιημένοι” γλωσσολόγοι», ενώ κανείς δεν ζήτησε να υπάρχουν μη πολιτικοποιημένοι γλωσσολόγοι. Η δημοσίευση του Α. Κ. είναι παράδειγμα «πλάνης του αχυρανθρώπου» (straw man argument / fallacy = επιχείρημα / πλάνη του αχυρανθρώπου: «Αβάσιμο επιχείρημα με το οποίο ο ομιλητής παρουσιάζει με παραπλανητικό τρόπο το επιχείρημα της άλλης πλευράς με στόχο να το καταρρίψει πιο εύκολα»).


ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Στο Facebook έγινε το ακόλουθο σχόλιο κάτω από το παραπλανητικό κείμενο του Α. Κ.:

              

Κανείς δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα του γλωσσολόγου και του κάθε πολίτη να διατυπώνει ελεύθερα τις απόψεις του. Επίσης, «η μη πολιτική ενασχόληση» δεν απαιτήθηκε από κανέναν. Είναι σαφές αυτό που υποστηρίζω: για επιστημονικούς όρους πρέπει να ρωτάμε τους ειδικούς. 

Για την επίταξη έγινε το εξής σχόλιο:


Το ΝΔ 17/1974 όμως έχει καταργηθεί. Η επίταξη γίνεται με αποζημίωση (βλ. εδώ – δικά μου τα έντονα γράμματα):

«[...] επίταξη είναι η με αναγκαστικές διατάξεις στέρηση χρήσης κάποιου πράγματος από τον κύριό του, έναντι αποζημίωσης, για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης, που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και υγεία. Η επίταξη αποτελεί αναγκαστική μίσθωση, διότι με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου δημιουργείται από την πολιτεία σχέση μίσθωσης πράγματος. Έτσι ο κύριος του πράγματος που έχει επιταχθεί, κυρίως ακινήτου (εκμισθωτής) παραχωρεί σε αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η επίταξη (μισθωτή) τη χρήση του έναντι καταβολής σε αυτόν αποζημίωσης (μισθώματος) όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση που δημιουργήθηκε και για την θεραπεία της οποίας έχει επιβληθεί η επίταξη».

                                         

  Μία ακόμα στρέβλωση είναι αυτή εδώ, του μουσικού Ζ. Σ.:





Ό,τι να ’ναι. Δεν βαφτίστηκε «ενασχόληση με νομικά θέματα» και «καταπάτηση ξένων χωραφιών» η πολιτικοποιημένη δράση. Όποιος αποφαίνεται ότι μπορεί να γίνει επίταξη χωρίς αποζημίωση όντως ασχολείται με ένα νομικό θέμα. Επίσης, όταν κάποιος γλωσσολόγος ασχολείται με ένα νομικό θέμα, πράγματι μπαίνει σε ξένα χωράφια. Κανείς δεν έγραψε τη φράση «καταπάτηση ξένων χωραφιών» και καλά θα κάνουν μερικοί να είναι πιο προσεκτικοί στη χρήση εισαγωγικών. Σχολίασα αρνητικά το γεγονός ότι αρκετοί γλωσσολόγοι και άλλοι ερευνητές του χώρου μας δεν διστάζουν να μπουν σε ξένα χωράφια χωρίς σχετική ενημέρωση. Κανείς δεν τους αρνήθηκε το δικαίωμα να είναι πολιτικοποιημένοι. 

Όσο για το σχόλιο που παραθέτει ο συμπαθής μουσικός, είναι εκτός θέματος. Ενδεικτική είναι η θεματική περίοδος: «Ο πολιτικός διάλογος, τώρα, ουδέποτε εξαρτήθηκε από τη νομολογία». Μόνο που το θέμα του δικού μου ποστ δεν είναι αυτό. 

Το ίδιο σχόλιο νομικού παρουσιάζεται από τον Ζ. Σ. με διαφορετικό τρόπο εδώ:



Ό,τι να ’ναι (και πάλι). Ας μη λήξει η συζήτηση σε πολιτικό επίπεδο κι ας ανοίξει και σε νομικό επίπεδο. Νομικός όμως θα μας πει αν γίνεται σήμερα επίταξη με ή χωρίς αποζημίωση και πώς γινόταν παλιά. Και δεν είναι κακό να έχουμε άγνοια ενός νομικού πλαισίου όλοι εμείς οι μη νομικοί. Μεμπτό είναι να μη ρωτάμε τους ειδικούς.

Επιπροσθέτως, ο Ζ. Σ. δήλωσε ότι στο ποστ του γλωσσολόγου που... κάλεσε τον πρωθυπουργό να κάνει επίταξη χωρίς λεφτά είδε «μια κοινωνική θέση ενός πολίτη» και θεώρησε ότι ο συντάκτης του ασχολήθηκε «με ένα κοινωνικό θέμα νομικής φύσης». Κανείς δεν αμφισβητεί την κοινωνική πλευρά ενός θέματος που συνδέεται με την πανδημία. Το να υποστηρίζει όμως κάποιος ότι η επίταξη γίνεται άνευ αμοιβής δεν είναι «μια κοινωνική θέση» αλλά μια εσφαλμένη θέση. Εσφαλμένη από νομική άποψη. Με τη λογική μερικών, σε μια αβάσιμη γλωσσολογικά άποψη γιατί να μη δούμε «μια κοινωνική θέση ενός πολίτη» και γιατί να μη θεωρήσουμε ότι αυτός που την εκφράζει ασχολείται «με ένα κοινωνικό θέμα γλωσσικής φύσης»; Και γιατί στο γκρουπ «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» ο Ζ. Σ. και οι ομοϊδεάτες του επιτίθενται σε όσους κάνουν λόγο για φθορά της γλώσσας χωρίς καν να τους αναγνωρίζεται απλή άγνοια; Κάποιος εκτός από την επιστημονική ή άλλη ιδιότητά του είναι και πολίτης. Μην έχοντας γλωσσολογικές γνώσεις, ανησυχεί για τη γλώσσα, που υποτίθεται ότι φθείρεται. Γιατί να δέχεται πυρά; Πολύ σχετικά δεν είναι τα κριτήρια;

Τέλος, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη διαβάζω (βλ. εδώ):

«Πρώτον, οκέι: είναι βεβαίως μάστιγα οι συνάδελφοι που όχι μόνον έχουν γνώμη για ζητήματα πέρα από το επιστημονικό τους πεδίο (δικαίωμά τους) αλλά και που θέλουν να λαμβάνεται υπόψη σοβαρότατα η γνώμη τους μόνο και μόνο επειδή είναι επιστήμονες. Δηλαδή η δική μου άποψη για τους σεισμούς δεν έχει περισσότερο βάρος από ενός οποιουδήποτε άλλου – άρα ελάχιστο.

»Παράλληλα, ως προνομιούχα μέλη της κοινωνίας, που απολαμβάνουμε την ακαδημαϊκή ελευθερία (ποιος ξέρει για πόσο ακόμα), έχουμε χρέος να μιλάμε για τα κοινά, για όσα αφορούν την κοινωνία και την πολιτική, δηλαδή όλους μας. Θέλοντας και μη αντιμετωπιζόμαστε ως αυτοί που δίνουμε το παράδειγμα, όπως π.χ. και οι καλλιτέχνες, οι λόγιοι…».

Αντιπαρέρχομαι το «ποιος ξέρει για πόσο ακόμα» και στέκομαι στα υπόλοιπα, τα οποία προσυπογράφω.


Σεναριογράφοι και λεξικογράφοι

  Ο λόγος που κοινοποιώ αυτό εδώ το ποστ σε ένα γλωσσικό μπλογκ δεν είναι το «Ένσταση, κυρία πρόεδρος [αντί: πρόεδρε]», όπως θα μπορούσε να ...