Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Και πάλι για το «click away»

  


 

Για μία ακόμη φορά έχει χαθεί το νόημα και αναγκαζόμαστε να ασχοληθούμε με δευτερεύοντα θέματα. Καταρχήν, αφενός το να μιλάμε ελληνικά και αφετέρου το να καταλαβαίνουμε όλοι τι λέμε δεν είναι δύο πράγματα που αναγκαστικά ταυτίζονται μεταξύ τους. [ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Βέβαια, και να χρησιμοποιούμε δάνειες λέξεις και φράσεις, και πάλι ελληνικά μιλάμε. Εννοούσα παραπάνω ότι δεν ταυτίζονται αναγκαστικά μεταξύ τους το να χρησιμοποιούμε ελληνικής ετυμολογικής προέλευσης όρους και το να καταλαβαίνουμε όλοι τι λέμε.] Ως προς το click and collect ή click away, εκείνο που προέχει είναι να καταλάβει κανείς περί τίνος πρόκειται. Είναι μια πρακτική που ούτως ή άλλως εφαρμόζεται και διεθνώς και στην Ελλάδα εδώ και χρόνια. Μπορεί λόγω πανδημίας σε μια χώρα να αποφασιστεί η παράδοση και παραλαβή να γίνει εκτός καταστήματος, ο όρος click and collect όμως ήδη υπάρχει και δεν σημαίνει ότι δεν μπαίνει ο πελάτης στο κατάστημα (βλ. https://bit.ly/3ndlo4j). Όταν με το καλό λήξει η πανδημία και χρησιμοποιήσει κάποιος το click and collect ως μέθοδο όπως άλλοτε, φαίνεται λογικό να μπαίνει κανονικά στο κατάστημα και αυτή η πρακτική να ονομάζεται «παράδοση εκτός»; Η ελληνική απόδοση ενός ξένου όρου δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός! Επίσης, αν το «εκτός (καταστήματος)» σημαίνει τον προορισμό, ούτως ή άλλως ό,τι αγοράζει ένας πελάτης θα καταλήξει «εκτός καταστήματος». Εν ολίγοις, το «παράδοση εκτός» του Ά. Γεωργιάδη είναι μια ατυχής απόδοση του αγγλικού όρου.

Όσο για τον ταχυδιανομέα και την ταχυδιανομή ως σύστημα ή υπηρεσία, πρόκειται για λέξεις που χρησιμοποιούνται –περισσότερο ως τεχνικοί όροι, νομίζω– παράλληλα με τη συχνότατη στον προφορικό λόγο λέξη κούριερ.

Τέλος, σήμερα είδα μια εικόνα με μια αστεία λεζάντα. Ο καθηγητής υποτίθεται ότι λέει: 

«Δεν είναι “click away”. Είναι “μολών λαβέ”».

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Για να ξέρουμε για τι μιλάμε

Χθες συμμετείχα σε μια συζήτηση που έγινε σε φιλικό τοίχο σχετικά με το click and collect ή click away, πώς ακριβώς λειτουργεί, αν λειτουργεί με ραντεβού κτλ. Σχολίασα ότι δεν πρόκειται για ραντεβού, γιατί ο πελάτης δεν είναι υποχρεωμένος να πάει στο κατάστημα μια συγκεκριμένη ώρα. Απλώς ειδοποιείται –αν χρειάζεται έλεγχος του διαθέσιμου αποθέματος– ότι από μια ώρα και μετά μπορεί να περάσει όποτε θέλει γιατί η παραγγελία του είναι έτοιμη.

Σήμερα διαβάζω την πρόταση του Γ. Μπ. να αποδοθεί το click away στα ελληνικά ως «(παραγγελία) για έξω». Γράφει χαρακτηριστικά:
«Εμείς (οι ταπεινοί της γλώσσας μας) θα λέμε “(παραγγελία) για το σπίτι” το take away και “(παραγγελία) για έξω” το click away. Και θα καταλαβαινόμαστε…».
Με βάση τα όσα προανέφερα, ο καθένας μπορεί να κρίνει αν το «(παραγγελία) για έξω» είναι εύστοχη απόδοση του click away και αν έτσι θα καταλαβαινόμαστε. Για την ακρίβεια, με το «για έξω» –όπως και με το «πακέτο»– αποδίδεται το take away και όχι το click away.
Για να ξέρουμε για τι μιλάμε, είναι σημαντικό να ρωτάμε ειδικούς από άλλους γνωστικούς τομείς.
Τα παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν ότι κάποιος δεν έχει δικαίωμα να μιλάει για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς του. Τις προάλλες έγινε μια ανενδοίαστη παραποίηση των γραφομένων μου (για την οποία βλ. https://bit.ly/3fCrfNo). Πώς θα μπορούσα άλλωστε να εισηγούμαι μαζική φίμωση στο όνομα της μη ειδικότητας, όταν κι εγώ ο ίδιος μιλάω για μη γλωσσικά θέματα;


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Τι ΔΕΝ έκανε ο Γ. Μπαμπινιώτης

Δεν είναι λίγο αντιφατικό από τη μια να θεωρεί η Α. Μάνου ότι καταργήθηκε το ωμέγα από τον Γ. Μπαμπινιώτη και από την άλλη να γράφει το επώνυμο «Μπαμπινιώτης» –και άλλες λέξεις, όπως «γλώσσα»– χρησιμοποιώντας το γράμμα ωμέγα;

Για την ιστορία, να προσθέσω ότι δεν κατήργησε ο Γ. Μπ. το πολυτονικό.
Επίσης, τους ισχυρισμούς ότι «μετάλλαξε» τη γλώσσα μας, την άφησε ανοχύρωτη κτλ. δεν τους πολυκαταλαβαίνω.
Συν τοις άλλοις, σε σχόλιό της η Α. Μ. ισχυρίζεται ότι ο Γ. Μπ. «κατέστρεψε την πιο όμορφη γλώσσα του κόσμου». Όχι μόνο δεν υπάρχουν όμορφες και άσχημες γλώσσες, αλλά και είναι απορίας άξιο αν έχει τέτοια δύναμη ένας άνθρωπος. Με αφορμή αυτό και άλλα σχόλια που έχουν γίνει κάτω από την ίδια ανάρτηση, σκέφτομαι πόσο χρήσιμη θα ήταν η διάδοση βασικών αρχών της σύγχρονης γλωσσολογίας στο ευρύ κοινό, και πάντως πόσο πιο χρήσιμη από παλιομοδίτικες παρεμβάσεις για γλωσσικά θέματα.


Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ

Ενημερώθηκα ότι ένας γλωσσολόγος στον τοίχο του σχολιάζει μια ανάρτησή μου στο Facebook (βλ. εδώ, με τα μπλε γράμματα) κάνοντας ατυχέστατα σχόλια. Αναφέρεται σε «χώρους παρακείμενους της γλωσσολογίας που επιθυμούν όμως να έχουν λόγο για αυτήν». Σε περίπτωση που δεν το γνωρίζει, τον ενημερώνω ότι είμαι γλωσσολόγος. Επίσης, πουθενά δεν διατύπωσα την όντως περίεργη άποψη που παρουσιάζει, ότι όποιος έχει εντρυφήσει σε ένα θέμα αποκλείεται –εξαιτίας μάλιστα της εξειδίκευσής του– από το να εκφέρει λόγο έξω από τα στενά όρια του γνωστικού του αντικειμένου. Το αποκορύφωμα της έλλειψης δεοντολογίας εκ μέρους του είναι ότι βάζει στο κείμενό του σε εισαγωγικά κάτι που δεν γράφτηκε ποτέ από μένα! Ισχυρίζεται ψευδώς ότι γράφτηκε το εξής: «Δεν δικαιούστε να μιλάτε για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς σας». Και καλά οι παρερμηνείες που είδαμε στα σχόλια κάτω από τη δημοσίευσή μου, αλλά ψευδής παράθεση; Παράθεση ανύπαρκτου κειμένου; Και μάλιστα με χρήση εισαγωγικών; Είναι δυνατόν; 

Όλα τα υπόλοιπα που γράφει είναι παρερμηνείες. Πουθενά δεν εννοώ ότι κάποιος δεν δικαιούται να αρθρώνει πολιτικό λόγο, και μάλιστα πολιτικό λόγο που μας φέρνει σε δύσκολη θέση κτλ. Γιατί να έλθω σε δύσκολη θέση από την παρερμηνεία ενός νομικού όρου εκ μέρους ενός γλωσσολόγου; Καμία «ιδεολογία αποστειρωμένης αντικειμενικότητας» δεν υποστηρίζω. Ούτε στο γκρουπ ούτε στα βιβλία μου. Η σχετική αναφορά δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα. Θα το διαπιστώσει όποιος διαβάσει τα ποστ μου στο γκρουπ του Facebook «Ελληνική γλώσσα και γλωσσολογία» και τα βιβλία μου (ελεύθερα pdf).

Βαθύτατα αντιεπιστημονική είναι η διαστρέβλωση των γραφομένων του άλλου, και μάλιστα με ψεύτικα παραθέματα. Αυτό δεν δικαιολογείται και δεν σώζεται με τίποτα.

Ακολούθως, σχετικά με το πώς δραστηριοποιείται ένας γλωσσολόγος, δίνει θαυμάσια στοιχεία, που όμως κανείς δεν αμφισβήτησε στο παραπάνω γκρουπ.

Επίσης, κανείς δεν ζήτησε να υπάρχουν μη πολιτικοποιημένοι γλωσσολόγοι.

Αργότερα, ο εν λόγω, ως διαχειριστής της σελίδας «Περί γλώσσας και άλλων δεινών», πρόσθεσε τη φράση «λίγο πολύ» πριν από το ανύπαρκτο απόσπασμα κειμένου, ενώ στον τοίχο του το είχε παρουσιάσει σαν κανονικό παράθεμα. Οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε έστω μια μικρή πρόοδο.

Σε μεταγενέστερο σχόλιό του, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, γράφει ότι οι σκέψεις που παρέθεσε για τον ρόλο του γλωσσολόγου στην κοινωνία έχουν αξία, ανεξάρτητη από το κείμενο που στάθηκε αφορμή για τη διατύπωσή τους. Συμφωνώ απόλυτα με το «ανεξάρτητη» – αυτήν ακριβώς τη λέξη χρησιμοποιεί και, ουσιαστικά, ομολογεί ότι οι σκέψεις του δεν έχουν σχέση με το κείμενό μου. Στην πραγματικότητα, καθόλου δεν αμφισβήτησα τον ρόλο του γλωσσολόγου στην κοινωνία, ενώ εκείνος παρουσιάζει τα γραφόμενά μου με παραπλανητικό τρόπο.

Η στάση του βέβαια παραμένει αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική. Παραδείγματα: οι εντυπωσιοθηρικές διατυπώσεις του, η μόνιμη τοξικότητά του, η διαγραφή αντιρρητικών σχολίων, καθώς και το γεγονός ότι σχολιάζει μια ανάρτηση χωρίς να ενημερώνει τους αναγνώστες του σε ποιο γκρουπ έγινε. Συν τοις άλλοις, βγάζει το εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα ότι εκφράστηκα βιαστικά στην αρχή, ότι μετά άλλαξα γνώμη κτλ. 

Για μία ακόμα φορά μένω άναυδος από τη διαστρέβλωση των γραφομένων μου. Αυτή εδώ η περίπτωση όμως ήταν ακραία, ειδικά στο σημείο του ανύπαρκτου χωρίου: «“Δεν δικαιούστε να μιλάτε για θέματα που δεν είναι της ειδικότητάς σας”, γράφτηκε, εννοώντας ότι [...]».

Δεν έχει νόημα να συνεχιστεί αυτή η συζήτηση, αλλά ούτε και να ασχοληθώ άλλο με κάποιον που όχι μόνο παρερμηνεύει, όπως άλλοι άθελά τους, αλλά και διαστρεβλώνει συνειδητά τα γραφόμενά μου. Και παρακαλώ τους φίλους μου να μη με ενημερώσουν ξανά για κείμενα με παιδαριώδεις παρερμηνείες και απαράδεκτες διαστρεβλώσεις. Έχω πολύ πιο σημαντικά πράγματα να κάνω στη ζωή μου από το να απαντώ στον συγκεκριμένο κύριο.

Μόνο κάτι τελευταίο:

Πολύ εύστοχα τα όσα γράφει ο νομικός Π. Κωστούλας (βλ. https://bit.ly/3q1myBO) και λειτουργούν ως απάντηση στον συνεπώνυμό του. Αν είχαν δικαίωμα λόγου μόνο οι ειδικοί, θα φτάναμε στο σημείο «να γράφουμε εδώ μέσα μόνο καλημέρα, καλησπέρα και χρόνια πολλά», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά.

Και συμπληρώνει:

«Τι να κάνουμε; Η δημόσια σφαίρα από τη φύση της εφάπτεται με πλειάδα επιστημονικών και τεχνικών πεδίων, δεν είναι δυνατόν να επέλθει μαζική φίμωση εις το όνομα της μη ειδικότητας. Αυτά είναι σαχλαμάρες.

[...]

»Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι εκφράζουμε απόψεις επί θεμάτων που εκφεύγουν του επιστημονικού μας πεδίου. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς σε μια ανοιχτή κοινωνία.

»Το θέμα είναι να έχουμε συνείδηση της μη ειδικότητάς μας και να παρέχουμε πάντα προτεραιότητα στην εξειδίκευση».

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ

 Μου έστειλαν αυτή την εικόνα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο συντάκτης του κειμένου.

Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Μεταξύ αρχαίας και νέας ελληνικής δεν υπάρχουν «κάποιες μικρές» αλλά πολλές και μεγάλες διαφορές, πράγμα που καταλαβαίνει κανείς με ένα απλό ξεφύλλισμα π.χ. του λεξικού Δημητράκου. Τα παραπάνω βέβαια δεν αναιρούν ότι η νέα ελληνική ανάγεται στην αρχαία – ακριβέστερα, η νεοελληνική γλώσσα μέσω της μεσαιωνικής ελληνικής ανάγεται στην ελληνιστική κοινή, που είναι εξέλιξη της αρχαίας αττικής διαλέκτου.

Επίσης, τα αρχαία είναι όντως νεκρή γλώσσα, όπως και τα λατινικά, και καλό είναι να μη μας τρομάζουν οι λέξεις. Νεκρή είναι μια γλώσσα που δεν ομιλείται πλέον από φυσικούς ομιλητές (βλ. και https://bit.ly/3lbyZbp).

Η παρομοίωση της γλώσσας με το δέντρο δεν είναι εύστοχη. Η νέα ελληνική συνιστά αυτόνομο γλωσσικό σύστημα. Για να παραμείνει ζωντανή, πρέπει να υπάρχουν φυσικοί ομιλητές – και υπάρχουν.

Άστοχη είναι και μια παραλλαγή της παραπάνω παρομοίωσης, την οποία διαβάζουμε σε πρόλογο σχολικού βιβλίου (βλ. https://bit.ly/32mVQcu): «Eίναι [τα αρχαία ελληνικά] οι ρίζες της γλώσσας μας και πρέπει να τα φροντίζουμε γιατί η γλώσσα μας τα έχει ανάγκη, όπως ακριβώς κάθε ζωντανός οργανισμός έχει ανάγκη τις ρίζες του». Ακόμα και κανείς να μη «φροντίσει» τα αρχαία ελληνικά, η νέα ελληνική θα εξακολουθήσει να υπάρχει.

Τα προαναφερθέντα δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά. Η διδασκαλία και η γνώση τους όμως δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να παραμείνει ζωντανή η νέα ελληνική.



ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΙΑ ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ;

Παρακολουθούσα πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον την τηλεοπτική εκπομπή του αείμνηστου Ρένου Αποστολίδη τη δεκαετία του ’90. Ένα βίντεο που ξεχωρίζω είναι, ουσιαστικά, ένα εξαιρετικό μάθημα νέων ελληνικών που καθηλώνει («Ρένος Αποστολίδης (Γ. Βιζυηνός) 2/4», βλ. https://bit.ly/3f7ceTT). Σε αυτό το βίντεο, όπως και σε πολλά άλλα, φαίνεται η έντονη προσωπικότητά του, η πολυμάθειά του, η αγάπη του για το αντικείμενο και η μεταδοτικότητά του. Ποιος δεν θα ήθελε να έχει τέτοιους δασκάλους;

Ωστόσο, ουδείς άσφαλτος. Σε ένα άλλο βίντεο («Ρένος Αποστολίδης με τον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη – Περί ποιήσεως», βλ. https://bit.ly/32X9aF1) και, ειδικότερα, από το 54:34 και μετά υποστηρίζεται κατηγορηματικά ότι η νεοελληνική γλώσσα είναι μια έκπτωση της όλης ελληνικής. Ο λόγος που αναφέρεται είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου, η ελληνική έχασε διάφορα στοιχεία όπως μετοχές, απαρέμφατα, συντάξεις και πτώσεις. Ένας γλωσσολόγος όμως θα μας έλεγε ότι δεν είναι βάσιμη η συγκριτική αξιολόγηση γλωσσικών φάσεων και ότι π.χ. ότι το απαρέμφατο αντικαταστάθηκε από ειδικές ή βουλητικές προτάσεις, η δοτική από εμπρόθετους προσδιορισμούς κτλ.

Και βέβαια «τολμάς να διαφωνήσεις» ότι η νεοελληνική είναι μια έκπτωση της όλης ελληνικής. Γιατί ξέρεις ότι δεν είναι δυνατόν να ασχολείσαι με ένα τέτοιο θέμα ερήμην της αρμόδιας επιστήμης. Είναι σαν να μιλάς για τη λειτουργία της καρδιάς χωρίς να λαμβάνεις υπόψη την ιατρική.

Το διαδίκτυο αποτέλεσε μέσο έκφρασης ενός γλωσσολογικού αντίλογου σε πολλές και διάφορες αβάσιμες απόψεις για τη γλώσσα. Αυτή ήταν μια θετική του πλευρά. Την αρνητική δεν θέλω να τη σκέφτομαι.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΑ ΜΟΝΟΤΟΝΑ

 «Ο Γ. Μπαμπινιώτης και το “Χρηστικό Λεξικό” της Ακαδημίας Αθηνών»

Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο τεύχος Σεπτεμβρίου της Athens Review of Books, αλλά δεν το σχολίασα αμέσως, γιατί περίμενα να δω τυχόν απάντηση του Γ. Μπ. στον συνάδελφό του. Δεν υπέπεσε όμως στην αντίληψή μου κάποιο απαντητικό κείμενό του και έτσι γράφω μερικά σχόλια τώρα.

Ο Χ. Χ. στην αρχή του κειμένου του γράφει για το Χρηστικό Λεξικό (εφεξής: ΧρΛεξ) ότι ο Γ. Μπ. «αντί να το σχολιάσει με δεοντολογικό τρόπο από οποιοδήποτε επιστημονικό περιοδικό, προτίμησε να το παρουσιάσει επικριτικά ως Εισαγωγή [...] στην τελευταία (πέμπτη) έκδοση του Λεξικού του της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (στο εξής: ΛΜπ)». Δεν στέκει όμως μια τέτοια αντιδιαστολή, από τη μια η δεοντολογία και το επιστημονικό περιοδικό και από την άλλη η επικριτική παρουσίαση και η εισαγωγή του ΛΜπ. Δικαίωμα του Γ. Μπ. ήταν να σχολιάσει το ΧρΛεξ από τις σελίδες του ΛΜπ, ακόμα με επικριτικό τρόπο, και αυτό από μόνο του δεν έχει τίποτα το αντιδεοντολογικό.

Ο Χ. Χ. αφιερώνει τρεις παραγράφους του άρθρου του στο εξής θέμα: στην εισαγωγή του ΛΜπ, σε μια επικεφαλίδα, το επώνυμο του Χ. Χ. «εμφανίζεται τεμαχισμένο και τυπωμένο σε δύο διαφορετικές γραμμές». Κάνει λόγο μάλιστα για ασυνήθιστο και ανοίκειο τεμαχισμό και θεωρεί ότι οι υπεύθυνοι έχουν ηθική υποχρέωση, στην επόμενη έκδοση του ΛΜπ, να αποκατασταστήσουν την «πλήρη οπτική εικόνα» του επωνύμου του. Πρόκειται, επιεικώς, για φαιδρότητες. Τα σχόλια που περιλαμβάνονται στις τρεις αυτές παραγράφους αφορούν ένα ανούσιο θέμα.    

Στη συνέχεια του άρθρου του ο Χ. Χ. αποδίδει στον Γ. Μπ. κάτι που δεν έγραψε ποτέ, ότι δηλαδή το ΧρΛεξ δεν είναι έργο της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Χ. Χ. παραθέτει αυτούσια τη σχετική υποσημείωση του Γ. Μπ., στην οποία πολύ σωστά επισημαίνεται ότι το ΧρΛεξ δεν έχει καμία σχέση με το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Ακολούθως, ο Χ. Χ. με ασύστατα επιχειρήματα κατηγορεί τον Γ. Μπ. ότι απαξιώνει την Ακαδημία Αθηνών. Για να μην κουράσω υπερβολικά μεταφέροντας εδώ και ανασκευάζοντας όλα τα φλύαρα σχόλιά του, στέκομαι μόνο στο εξής: ο Χ. Χ. παραθέτει απόσπασμα από το λήμμα Ακαδημία του ΛΜπ, που περιλαμβάνει ως δεύτερη –συνεκδοχική– σημασία «το κτήριο στο οποίο στεγάζεται το παραπάνω ίδρυμα», με παράδειγμα: Η ~ Αθηνών βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Ο Χ. Χ. θεωρεί «έντονα απαξιωτικό» το επεξηγηματικό παράδειγμα, χαρακτηρίζει περικαλλές το κτίριο της Ακαδημίας, προσθέτει ότι «δεν είναι ένα άχρωμο, σύγχρονο, πολυώροφο κτίριο» όπως πολλά κοντινά και ότι «πρόκειται για το ωραιότερο νεοκλασικό κτίριο του κόσμου», και μάλιστα «ισάξιο με τα μνημεία της Ακροπόλεως» κατά τον Αναστάσιο Ορλάνδο. Καλά όλα αυτά και μακάρι το ιστορικό κέντρο της Αθήνας να ήταν γεμάτο νεοκλασικά κτίρια. Ο ισχυρισμός όμως ότι το λήμμα Ακαδημία του ΛΜπ απαξιώνει την Ακαδημία Αθηνών ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας.

Ο Γ. Μπ. έχει δίκιο όταν καταλογίζει ως βασική αδυναμία του ΧρΛεξ την απουσία λεπτομερών ετυμολογικών πληροφοριών. Ο Χ. Χ. απαντά ότι «ο φυσικός ομιλητής δεν χρειάζεται την ετυμολογία για την καθημερινή του επικοινωνία» και αναρωτιέται πόσοι μαραγκοί γνωρίζουν την ετυμολογία της λέξης μαραγκός. Μόνο που κριτήριο για την προσθήκη της ετυμολογικής πληροφορίας στο λήμμα ενός λεξικού δεν είναι μόνο αν αυτή χρειάζεται για την καθημερινή μας επικοινωνία. Η ετυμολογία έχει και ένα εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον. Και είναι υποκειμενική η έννοια του ενδιαφέροντος, αφού μια πληροφορία μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον περισσότερο ή λιγότερο, ή και καθόλου. Μπορεί στο ΛΜπ να υπάρχουν αναλυτικές ετυμολογικές πληροφορίες που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό, αλλά στο ΧρΛεξ σίγουρα η ετυμολογία είναι ελλιπής. Και για όποιον έχει μάτια και βλέπει δεν υπάρχει καμία σύγκριση μεταξύ των δύο λεξικών ως προς την ετυμολογία. Η αλήθεια αυτή φαίνεται ακόμα και με ένα απλό ξεφύλλισμα.

Ως προς τα γλωσσικά σχόλια, ο Γ. Μπ. σωστά επισημαίνει ότι απουσιάζουν από το ΧρΛεξ. Στην απάντησή του ο Χ. Χ. ασχολείται αναλυτικά με τα γλωσσικά σχόλια του ΛΜπ και έχει εν μέρει δίκιο. Αφενός, αρκετά από τα σχόλια του ΛΜπ είναι ρυθμιστικά. Αφετέρου, ο χαρακτηρισμός «περιττά» είναι υποκειμενικός και συζητήσιμος. Για παράδειγμα, το σχόλιο που μας πληροφορεί για την ορθογραφία ουδετέρων σε -ίδι και όχι -είδι έχει ένα ενδιαφέρον. Σε παλιά λογοτεχνικά κείμενα π.χ. συναντά κανείς παρωχημένες γραφές και μπορεί να απορήσει αν ήταν οι σωστές ή να πιστέψει τις ανακρίβειες που δημοσιεύονται, ότι δηλαδή σε περιπτώσεις όπως αυτή εδώ έχουν καθιερωθεί αβάσιμες ετυμολογικά ορθογραφικές απλοποιήσεις. Όπως έχω γράψει (βλ. εδώ) για το ΛΜπ, «με δεδομένο ότι είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό, ειδικά με τα σχόλια που παραθέτει εντός πλαισίου, δείχνει μεγάλο προβληματισμό για θέματα ορθογραφίας της νέας ελληνικής και λύνει απορίες που δεν μπορούν να λυθούν με χρήση άλλων λεξικών. Για παράδειγμα, μόνο στο ΛΝΕΓ [ΛΜπ] μπορεί κανείς να βρει τόσο αναλυτικές πληροφορίες για θέματα όπως η ορθογραφική παράσταση των νεότερων δάνειων λέξεων». Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί όμως να δει τι γράφω συνολικά για την ορθογραφία στο ΛΜπ και σε άλλα νεοελληνικά λεξικά. 

Σχετικά με τη διπλή ορθογραφία στο ΧρΛεξ, και πάλι έχει δίκιο ο Γ. Μπ. στην επισήμανσή του ότι δεν εξηγείται πού βασίζεται και πώς τεκμηριώνεται. Όπως έχω ξαναγράψει, στο ΧρΛεξ δεν εξηγείται στον μη ειδικό τι αντιπροσωπεύει καθεμία από τις δύο γραφές –αφτί και αυτίαβγό και αυγό κ.ά.– και, γενικά, για θέματα ορθογραφίας το ΧρΛεξ δεν λύνει αλλά μάλλον γεννάει απορίες, που θα λυθούν αν ανατρέξει κανείς σε άλλες πηγές. Σχετική κριτική έχει κάνει και η Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη σε άρθρο της (βλ. εδώ), στο οποίο ο Χ. Χ. αποδίδει τον άστοχο χαρακτηρισμό «ρηχό».

Για μερικά πιο εξειδικευμένα θέματα λεξικογραφίας θα συνεχίσω όχι εδώ αλλά ίσως στο ιστολόγιό μου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα, ότι και οι κρίνοντες κρίνονται. Ο Γ. Μπ. έχει δεχτεί βάσιμη κριτική για ορισμένα δημοσιεύματά του κτλ., αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχεις αναγκαστικά δίκιο σε οτιδήποτε κι αν γράψεις ασκώντας του αρνητική κριτική. Όπως στη γλώσσα, έτσι και στα λεξικά η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

ΤΙΜΑΜΕ Ή ΤΙΜΟΥΜΕ; ΕΝΑ ΨΕΥΔΟΔΙΛΗΜΜΑ

Διαβάζουμε σε μια επιστολή:

«Επί τη ευκαιρία, θα κάνω άλλη μία επισήμανση: το τιμώ ήταν το χαρακτηριστικό ρήμα, για εμάς τους παλαιότερους, με το οποίο διδαχθήκαμε στο σχολείο το πώς κλίνονται τα εις -αω συνηρημένα ρήματα: Τιμώ, τιμάς, τιμά, τιμάμε κ.λπ. Όχι τιμούμε, όπως ακούμε να λένε και βλέπουμε να γράφουν συνεχώς πολιτικοί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι κ.ά. Τιμούμε θα ήταν αν η συναίρεση ήταν εις -εω (π.χ. ποιούμε) ή εις -οω (π.χ. υποδηλούμε). Δυστυχώς, το βλέπω κατ’ επανάληψη στην έγκριτη εφημερίδα σας» (βλ. https://bit.ly/33KM1Gu).

Τους τελευταίους μήνες έχω δει τουλάχιστον άλλες δύο φορές να δημοσιεύονται κείμενα με παρόμοια σχόλια σε γνωστό γλωσσικό γκρουπ.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι γίνεται σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας. Παραθέτω όμως σε μορφή εικόνας το εμπεριστατωμένο σχόλιο του κ. Παπαναστασίου, που βάζει τα πράγματα στη θέση τους ως προς αυτό το θέμα.

Άρα, στο ερώτημα «τιμάμε ή τιμούμε;» η απάντηση είναι «και τα δύο». Πρόκειται για ψευδοδίλημμα. Και ο ρηματικός τύπος τιμούμε υπάρχει και είναι αποδεκτός.

Σχετικός σύνδεσμος: https://bit.ly/2Fi5zIK


Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Σχετικά με το επίρρημα ευλαβικά

Είναι απολύτως βέβαιο ότι το επίρρημα ευλαβικά με τη μεταφορική του σημασία ΔΕΝ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον καθηγητή Σ. Τσιόδρα. Με απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο εντοπίζονται παραδείγματα χρήσης προγενέστερα από την περίοδο της πανδημίας. Ο Σ. Τσιόδρας δηλαδή χρησιμοποίησε μια υπαρκτή σημασία του επιρρήματος, η οποία μάλιστα έχει καταγραφεί και λεξικογραφικά. Ο ορισμός της όποιας σημασίας είναι βέβαια συζητήσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, το επίρρημα ευλαβικά μπορεί να σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό», χρησιμοποιείται πάντως για κάτι που γίνεται, εκτελείται κτλ. με απόλυτη ακρίβεια ή αυστηρότητα, χωρίς καμία παρέκκλιση. Να ένα παράδειγμα από κείμενο του 2017: «Η σπουδαία αυτή μυστική συνταγή τηρείται ευλαβικά για πάνω από έναν αιώνα» (βλ. https://bit.ly/345JA1G). Πρόκειται για μια δεύτερη σημασία και ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι σε μια ζωντανή γλώσσα εμφανίζονται νέες σημασίες λέξεων, μεταφορικές και άλλες. Τελικά, δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το νόημα τέτοιων σημειωμάτων. Όσο για τα αμέτρητα like, δεν έχω πάψει να εντυπωσιάζομαι.




Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Και γλωσσολόγος

 

Τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα. Η φωνητική μεταγραφή στα λήμματα νεοελληνικών λεξικών συνήθως δεν βασίζεται σε έρευνες. Το ίδιο λεξικό που παραθέτει την –υποτίθεται– σωστή προφορά της λέξης συγγραφέας στο λήμμα συγγνώμη και συγνώμη σημειώνει αντίστοιχα: [siŋγnómi] και [siγnómi]. Είναι απορίας άξιο όμως αν προφέρει κάποιος [siŋγnómi].

Τέτοια θέματα έχουν συζητηθεί εδώ:

https://www.facebook.com/groups/570603632965945/permalink/3585308944828717

Αξίζει μάλιστα να προσεχθούν οι καίριες παρατηρήσεις του φίλου Δ. Μπρόβα (Demetrios Brovas), τις οποίες δεν χρειάζεται να επαναλάβω.

Τα σχόλια του Μάνου Βουλαρίνου μού θύμισαν ένα παλιότερο κείμενο του Γιάννη Χάρη, ο οποίος με άλλη αφορμή είχε κάνει λόγο για «εμπρόθετο, επιδεικτικό και προκλητικό καραγκιοζισμό».

Είναι μια σειρά από ανόητα σχόλια που έκανε στο προφίλ του. Επίτηδες έγραφε με ορθογραφικά λάθη, υπονοώντας ότι η «εσφαλμένη» προφορά των λέξεων συγγραφέας και έγγραφο είναι για τους αγράμματους. Ό,τι και να γράψει κανείς ως αντεπιχείρημα, ότι οι πληροφορίες των λεξικών δεν είναι θέσφατα ή ότι, με τη λογική του, και οι λέξεις συγγενής, εγγονός και εγγύς/εγγύτητα θα έπρεπε να προφέρονται χωρίς [g], αυτός θα συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο. Δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με κάποιον που επιλέγει να κάνει τον καραγκιόζη. Για μένα έχει ενδιαφέρον να δούμε τα βαθύτερα αίτια για τα οποία έχουν τόση πέραση τέτοιες απόψεις. Πολύς κόσμος είναι εξοικειωμένος από μικρή ηλικία με το δίπολο σωστό-λάθος και δεν έχει μάθει να σκέφτεται κριτικά για θέματα γλώσσας. 

Για του λόγου το αληθές:





Τέλος, παραπέμπω σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που έγινε στο γκρουπ του Facebook Ελληνική γλώσσα και γλωσσολογία:

https://www.facebook.com/groups/501111816569178/permalink/3606192432727752

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΣΤΟΧΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ο ολοκληρωμένος σχολιασμός του κειμένου «Απάντηση σε αναιδή “κριτική” ή Όταν τα τρολ γλωσσολογούν» (βλ. https://bit.ly/3dFpBIk), το οποίο αποτελεί απάντηση σε ένα εξαιρετικό –κατά τη γνώμη μου– άρθρο των γλωσσολόγων Άννας Ιορδανίδου και Μαρίας Καμηλάκη (βλ. https://bit.ly/2Vrm89Z) παρουσιάζει δυσκολίες. Αφενός, πρόκειται για πολυσέλιδο κείμενο –εκτείνεται σε δεκατέσσερις σελίδες– και, αφετέρου, δεν είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε αυτό μέσω διαδικτύου. Κατά συνέπεια, ο σχολιασμός εκ μέρους μου όλων των γραφομένων από τον Χ. Χ. θα έδινε τεράστια έκταση στο δικό μου κείμενο και θα κούραζε πολύ. Γι’ αυτό, θα γράψω μερικά πρώτα σχόλια εδώ και θα συνεχίσω ίσως αλλού κάποια στιγμή. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς όμως ότι επιδέχονται σχολιασμό όλα όσα γράφει ο συντάκτης του άρθρου.

Βασικό χαρακτηριστικό του σχολιαζόμενου κειμένου είναι ότι περιλαμβάνει πολλά στοιχεία που δεν προσιδιάζουν σε επιστημονικό άρθρο. Προσωπικές επιθέσεις, χτυπήματα κάτω από τη μέση κτλ. Μια γεύση μπορεί κανείς να πάρει από ένα σημείωμα που προτάσσεται και έχει αναρτηθεί στο Facebook (βλ. https://bit.ly/388KhqZ). Το πολυσέλιδο άρθρο του Χ. Χ. και το σύντομο εισαγωγικό σημείωμα του Μ. Β. είναι στο ίδιο μήκος κύματος ως προς το σκαιό ύφος. Μειωτικά σχόλια και παρόμοια υπονοούμενα σε βάρος γλωσσολόγων που έχουν ασχοληθεί με λέξεις ταμπού δεν έχουν καμία θέση στη γλωσσολογική αρθρογραφία. Μπορούν να γίνουν δεκτά ίσως από κάποιους υπερσυντηρητικούς, πάντως όχι από ενημερωμένους γλωσσολογικά αναγνώστες. Ο γλωσσολόγος και ο λεξικογράφος δεν έχουν ταμπού και ασχολούνται με τέτοιες λέξεις επιστημονικά. Και, ως προς τον δευτερεύοντα τίτλο «Όταν τα τρολ γλωσσολογούν», ο Χ. Χ. και ο Μ. Β. μάλλον δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι το εμπρηστικό ύφος, καθώς και το να ανοίγει κανείς χίλια δυο θέματα, σχετικά και άσχετα, όπως κάνει ο Χ. Χ., είναι στοιχεία «τρολοσύνης». Ακόμα, η προσπάθεια του Χ. Χ. να απαξιώσει το επιστημονικό έργο της Άννας Ιορδανίδου («μια ώριμη ηλικιακά επιστήμονας, με περιορισμένης εμβέλειας έως ανύπαρκτες θεωρητικές συμβολές στη λεξικογραφία») είναι άτοπη. Πρόκειται για καθηγήτρια που έχει στο ενεργητικό της μια σειρά από πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις για γλωσσικά και λεξικογραφικά θέματα, και μάλιστα έχει γράψει και η ίδια λεξικά. Και βέβαια, αν η Άννα Ιορδανίδου είχε γράψει καμιά εγκωμιαστική κριτική για το λεξικό του, εννοείται ότι ο Χ. Χ. δεν θα εκφραζόταν έτσι. Απαράδεκτη είναι και η απαξιωτική αναφορά του Χ. Χ. στους συνεργάτες του Γ. Μπαμπινιώτη (στη σημείωση 37), ότι «δεν διδάχτηκαν» τίποτε από το λεξικό του. Οι συντάκτες του λεξικού Μπαμπινιώτη τράβηξαν κουπί σε εποχές που η δημιουργία ενός μεγάλου ερμηνευτικού λεξικού ήταν ασυγκρίτως πιο δύσκολη, και μάλιστα χωρίς να δουλεύουν σε κρατικό ίδρυμα – αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για μερικούς.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στο άρθρο του Χ. Χ. είναι οι αντιφάσεις του. Γράφει ο συντάκτης του σε ένα σημείο: «Δεν θα επιδοθώ στον άχαρο ρόλο διερεύνησης των διαδρομών της σκέψης των Ιορδ.-Καμηλ. (ούτε με ενδιαφέρει ούτε ταιριάζει στον χαρακτήρα μου)». Κι όμως, κάνει ακριβώς αυτό που δηλώνει ότι δεν τον εκφράζει. Ιδού ένα παράδειγμα: ο Χ. Χ. επικρίνει τις δύο γλωσσολόγους γιατί από τις βιβλιογραφικές αναφορές λείπει ένα άρθρο της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (βλ. https://bit.ly/3dHyC3M) που είναι στην ίδια γραμμή πλεύσης και μπαίνει στη διαδικασία να βρει για ποιον λόγο «αποσιωπούν» αυτή την εργασία:


«Αν δεν την είχαν υπόψη τους, επιβεβαιώνεται η προχειρότητά τους ως προς τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Αν τη γνώριζαν, πράγμα διόλου απίθανο, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: το λιγότερο πιθανό είναι να την απαξίωσαν ως πρόχειρη εργασία, ανάξια να μνημονευθεί. Ενδεχομένως απέφυγαν την αναφορά για να μη θεωρηθεί ενορχηστρωμένη επίθεση στο λεξικό της Ακαδημίας. Ό,τι και αν ισχύει, και στις τρεις περιπτώσεις, ή ό,τι άλλο υποθέσει κανείς, οι Ιορδ.-Καμηλ. αυτοεκτίθενται».

Πρώτον, αποσιωπώ σημαίνει ότι συνειδητά αποκρύπτω κάτι. Τι λόγο είχαν οι Ιορδ.-Καμηλ. να παραλείψουν την αναφορά σε ένα άρθρο μιας σπουδαίας γλωσσολόγου, της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, η οποία είναι στο ίδιο μήκος κύματος; Έπειτα, η παράλειψη μιας πηγής εκ μέρους ενός ερευνητή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άρθρο του είναι πρόχειρο ως προς τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Στο κάτω κάτω, δεν πρόκειται για διατριβή, ώστε να είναι εξαντλητικές οι βιβλιογραφικές αναφορές. Μήπως στα δικά του άρθρα ο Χ. Χ. αναφέρει όλες τις σχετικές πηγές; Επίσης, το εν λόγω άρθρο της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη είναι υποδειγματικό, όπως πάντα. Επομένως, δεν είναι καθόλου πιθανό δύο γλωσσολόγοι να το απαξιώσουν ως πρόχειρο και ανάξιο να μνημονευθεί. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν λείπουν τα θετικά σχόλια για το λεξικό του Χ. Χ. ούτε από το άρθρο των Ιορδ.-Καμηλ. ούτε από το άρθρο της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη. Και είναι τόσο ενορχηστρωμένη αυτή η υποτιθέμενη επίθεση, ώστε τα δύο αυτά άρθρα έχουν δημοσιευθεί με διαφορά τεσσάρων χρόνων! 

Από το άρθρο του Χ. Χ. δεν λείπουν και αναφορές που μπορεί να παραπλανήσουν. Δύο παραδείγματα: Πρώτον, οι Ιορδ.-Καμηλ. επισημαίνουν σωστά ότι ορισμένοι από τους επιστημονικούς όρους που καταγράφονται στο λεξικό του Χ. Χ. είναι εξαιρετικά ασυνήθιστοι στο γενικό λεξιλόγιο, όπως η αβοκέτα «σπάνιο είδος πουλιού» (ορνιθολογία). Ο Χ. Χ. απαντά ότι έβαλε στο λεξικό του απειλούμενα είδη της πανίδας και της χλωρίδας, «για να αφυπνίσουν συνειδήσεις». Καλό θα ήταν να μας πει βέβαια αν τελικά αφυπνίστηκαν οι συνειδήσεις, όμως αλλού θέλω να καταλήξω. Αμέσως μετά παραθέτει τα λόγια του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη σχετικά με την ανθρωπιστική αντιμετώπιση των λέξεων. Είναι προφανές όμως ότι ο Κ. Χ. εννοεί τη μεταχείριση των λέξεων εκ μέρους ενός ποιητή και όχι ενός λεξικογράφου. Δεύτερον, στη σημείωση 41 ο Χ. Χ. γράφει ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη «έχει καταγράψει σοκαριστικά παραδείγματα», όπως αυτό που παρατίθεται στη φράση την κούνησα την αχλαδιά, και παραπέμπει σε δημοσίευμα του Γιάννη Χάρη (βλ. https://bit.ly/2VoiSfu). Μόνο που ο Γ. Χάρης ασκεί εντελώς διαφορετική κριτική. Συγκεκριμένα, θεωρεί κωμικά γλαφυρό το καταγεγραμμένο παράδειγμα. Δεν υπάρχει εδώ κανένα σοκαριστικό παράδειγμα. [1]

Ως προς τον τρόπο επιλογής λημμάτων, η Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη στο προαναφερθέν εξαιρετικό άρθρο της επισημαίνει εύστοχα ότι για τη νέα ελληνική «δεν διαθέτουμε ακόμη και σήμερα σώματα κειμένων τέτοιου μεγέθους ώστε να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τη σύνταξη ερμηνευτικού λεξικού». Και οι Ιορδ.-Καμηλ. στην εργασία τους σημειώνουν σωστά για τα τρία ερμηνευτικά λεξικά που συγκρίνουν: «όχι στήριξη σε συγκροτημένη συλλογή σωμάτων κειμένων». Και ειδικά για το λεξικό του Χ. Χ. γράφουν: «Στον Πρόλογο αναφέρεται ασαφώς στήριξη σε “εκτενείς έντυπες και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, σε ανοικτά και κλειστά σώματα κειμένων”». Ο Χ. Χ., από την άλλη, επιλέγει να κλείσει τα μάτια σε αυτή την πραγματικότητα και να θολώσει τα νερά με εντυπωσιοθηρικές δηλώσεις όπως: «Αν ίσχυε ο ισχυρισμός αυτός, [...] εγώ έπρεπε να κρυφτώ και να εξαφανιστώ από προσώπου της γης»! Ασχολούμαι επαγγελματικά με τη σύνταξη λημμάτων εδώ και 15-20 χρόνια και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη έχει απόλυτο δίκιο. Όλα αυτά τα χρόνια, σώματα κειμένων όπως του ΕΘΕΓ/ΙΕΛ δεν τα έχω χρησιμοποιήσει περισσότερο από μία εβδομάδα, γιατί είδα νωρίς ότι είναι ανεπαρκή. Βέβαια, στην τελευταία ανακοίνωσή μου στο συνέδριο της Πάτρας πρότεινα τρόπους να μετριαστεί αυτό το πρόβλημα και να γίνει εκ μέρους του λεξικογράφου το καλύτερο δυνατό ως προς τη συγκρότηση του λημματολογίου. Από εκεί και πέρα, όταν κατά τη σύνταξη ενός λήμματος συμβουλεύομαι λ.χ. το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ή ένα ξένο γλωσσάρι επιστημονικών όρων, μια βάση δεδομένων συμβουλεύομαι. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την πραγματικότητα που περιγράφει παραπάνω η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, η οποία εύστοχα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το ζήτημα της συγκρότησης μακροδομής που να στηρίζεται σε αντιπροσωπευτικά σώματα κειμένων παραμένει ζητούμενο». [2]

Ως προς την ετυμολογία, ο Χ. Χ. δέχεται ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη συγχρονική χρήση, δηλώνει ότι τη συγκεκριμένη θέση υποστηρίζει εδώ και τριάντα χρόνια και ότι φυσικά, όπως χαρακτηριστικά γράφει, την εφάρμοσε στο λεξικό του. Συμπληρώνει μάλιστα ότι, για να χρησιμοποιήσει κανείς σωστά τη λέξη κορόιδο, δεν χρειάζεται να ξέρει ότι αρχικά σήμαινε το κουρεμένο γίδι. Εδώ ο Χ. Χ. συγχέει δύο διαφορετικά θέματα, την υπερεκτίμηση της ετυμολογίας, η οποία δήθεν μας βοηθάει να μιλάμε σωστά, και την ποσότητα των ετυμολογικών πληροφοριών στο λήμμα ενός λεξικού. Ακόμα και αν όλοι αποκτούσαν γλωσσολογικές γνώσεις και συνειδητοποιούσαν τη διάκριση διαχρονίας-συγχρονίας, και πάλι θα υπήρχαν λόγοι για την καταγραφή ετυμολογικών πληροφοριών σε ένα λεξικό, ακόμα και αναλυτικών. Μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται για την ετυμολογία της λέξης άνθρωπος, χωρίς να πιστεύει ότι αυτό θα τον βοηθήσει να τη χρησιμοποιεί «σωστά». Η έκταση της ετυμολογικής ιστορίας σε ένα λεξικό είναι μάλιστα και θέμα που συνδέεται με γλωσσικές ιδεολογίες. Πάντως, με τη λογική του Χ. Χ., δεν θα έπρεπε να καταγράψει στο πεδίο της ετυμολογίας ούτε τη χρονολογία πρώτης εμφάνισης πολλών λέξεων, αφού ούτε αυτή βοηθάει στη «σωστή» χρήση τους. Είναι προφανές ότι το πώς λειτουργεί η ετυμολογία γενικά και το πόση ετυμολογία θα υπάρχει σε ένα λεξικό είναι δύο διαφορετικά θέματα.

Αυτά προς το παρόν.

[1] Ο Χ. Χ. ισχυρίζεται ότι οι Ιορδ.-Καμηλ. γράφουν για λέξεις όπως πούστηςκίναιδος και τοιούτος με «ανατριχιαστικές λεπτομέρειες». Καμία ανατριχιαστική λεπτομέρεια δεν υπάρχει. Λες και δεν μπορεί κανείς εύκολα να ανατρέξει στο άρθρο τους και να διαπιστώσει ότι, απλούστατα, οι δύο ερευνήτριες ανατρέχουν σε νεοελληνικά λεξικά και διαπιστώνουν ότι η τάδε λέξη έχει τη σημασία του παθητικού ομοφυλόφιλου και η δείνα απλώς του ομοφυλόφιλου. Ο Χ. Χ. υποστηρίζει ότι «οι σεξουαλικές προτιμήσεις, στάσεις και συμπεριφορές του κάθε ατόμου [...] δεν παρουσιάζονται ποτέ σε χρηστικά λεξικά [...]». Μα ο ίδιος ορίζει τον κίναιδο ως παθητικό ομοφυλόφιλο και οι Ιορδ.-Καμηλ. ασχολούνται με την ακρίβεια του ορισμού.

Παρομοίως, σχετικά με τις εκφράσεις που περιλαμβάνουν τη λέξη αρχίδι, ο Χ. Χ. γράφει ότι «ο σοβαρός λεξικογράφος ενός χρηστικού λεξικού» δεν θα παραθέσει «επεξηγηματικό παράδειγμα» χρήσης τέτοιων εκφράσεων από γυναίκα. Μα κανείς δεν έκανε λόγο για «επεξηγηματικό παράδειγμα». Ο ίδιος στο λεξικό του, στο λήμμα αρχίδι, σε άλλη έκφραση σημειώνει ότι χρησιμοποιείται από άνδρα, σε άλλη συνήθως από άνδρα κτλ. Οπότε, γεννάται το ερώτημα για την ακρίβεια των ορισμών που ο ίδιος συνέταξε ή ενέκρινε.  

[2] Οι Ιορδ.-Καμηλ. δεν έχουν δίκιο, όταν γράφουν ότι λ.χ. το ρήμα φτωχοποιώ, όπως αποδεικνύεται από την αναζήτησή του σε ένα σώμα κειμένων, δεν ανήκει στο γενικό λεξιλόγιο. Μέσω διαδικτυακής αναζήτησης διαφόρων τύπων ανευρίσκονται άφθονα παραδείγματα χρήσης. Ωστόσο, το συμπέρασμα του Χ. Χ. ότι οι Ιορδ.-Καμηλ. είναι αποκομμένες από την κοινωνική πραγματικότητα δεν προκύπτει από μια –έστω άστοχη– εκτίμηση. Όσο για το ειρωνικό σχόλιο του Χ. Χ. «Να χαίρονται τα σώματα κειμένων που έλαβαν υπόψη», η διαφορετική εικόνα που παρουσιάζει το ρήμα φτωχοποιώ και αναρίθμητες άλλες λέξεις αφενός σε ανεπαρκή σώματα κειμένων και αφετέρου στο διαδίκτυο αποκαλύπτει το κοινό μυστικό, ότι τα «σώματα κειμένων», οι «βάσεις δεδομένων» κτλ. είναι το Google. Τέλος, ένα άλλο ειρωνικό σχόλιο του Χ. Χ. για το φτωχοποιώ –«άκουσον, άκουσον, δεν υπάρχει αυτό το ρήμα στη Νεοελληνική!»– είναι άτοπο. Οι Ιορδ.-Καμηλ. έκαναν μια εσφαλμένη εκτίμηση, αλλά πουθενά δεν υποστήριξαν ότι το φτωχοποιώ είναι ανύπαρκτο στη νέα ελληνική.

Σχετικός σύνδεσμος:

https://www.facebook.com/groups/501111816569178/permalink/3603673759646286

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

«Κορoνοϊός και ηθικός πανικός»

Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει μερικά συζητήσιμα στοιχεία, που θα μπορούσαν να σχολιαστούν εδώ, αλλά δεν ξέρω αν έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον. Μπορεί να επανέλθω και να γράψω σχετικά σχόλια.

Προς το παρόν, αρκούμαι σε δύο θέματα:

1) Γράφει ο συντάκτης του άρθρου:

«Για τη νεοελληνική γλώσσα δεν έχει δοθεί ως σήμερα λεξικογραφικός ορισμός του κορονοϊού, αφού δεν έχει λημματογραφηθεί σε κανένα έντυπο λεξικό».
Το να μην έχει λημματογραφηθεί μια λέξη σε έντυπα λεξικά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι δεν έχει καταγραφεί ως λήμμα σε κανένα λεξικό. Είναι προφανές ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα ηλεκτρονικά λεξικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η λέξη κορονοϊός έχει περιληφθεί στο λημματολόγιο του ΜΗΛΝΕΓ. Κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι δεν το γνώριζε γιατί δεν είναι συνδρομητής, στο δημόσιο γκρουπ του εν λόγω λεξικού ήδη από τον Ιανουάριο έχει γίνει σχετική συζήτηση, και μάλιστα έχει δημοσιευθεί το λήμμα κορονοϊός. Επομένως, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Και πάντως ο ισχυρισμός του Χ.Χ. ότι «για τη νεοελληνική γλώσσα δεν έχει δοθεί ως σήμερα λεξικογραφικός ορισμός του κορονοϊού» είναι απολύτως ανακριβής.

2) Κακώς γίνεται λόγος για τον «αθησαύριστο παγκολίνο». Η συγκεκριμένη λέξη-λήμμα μόνο αθησαύριστη δεν είναι, εφόσον και αυτή ανήκει στο λημματολόγιο του παραπάνω λεξικού εδώ και χρόνια. 

Προσπαθεί να υποβάλει την ιδέα ότι και στις δύο περιπτώσεις είναι ο πρώτος που έχει καταγράψει τα σχετικά λήμματα. Για μένα δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία μια τέτοια «πρωτιά». Άλλωστε, ένα ηλεκτρονικό λεξικό που ανανεώνεται διαρκώς έχει εκ των πραγμάτων ένα συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των έντυπων.

Σεναριογράφοι και λεξικογράφοι

  Ο λόγος που κοινοποιώ αυτό εδώ το ποστ σε ένα γλωσσικό μπλογκ δεν είναι το «Ένσταση, κυρία πρόεδρος [αντί: πρόεδρε]», όπως θα μπορούσε να ...