ΛΚΝ, απλολογία: «γραμματικό φαινόμενο που παρατηρείται σε μια λέξη όταν αποβάλλει τη μία από τις δύο συνεχόμενες συλλαβές της που έχουν τα ίδια ή συγγενικά σύμφωνα, π.χ. αποφοιτητήριον > αποφοιτήριο» (βλ. εδώ).
Σχετικός σύνδεσμος: εδώ
Στην περίπτωση του αποστρατιωτικοποίηση-αποστρατικοποίηση μπορεί κανείς να δεχτεί σε μια έκδοση –αλλά και στο λήμμα ενός λεξικού ως πρώτο τύπο– το αποστρατιωτικοποίηση, που άλλωστε είναι σήμερα ακόμα υπαρκτό. Απεναντίας, στο αρχαίο ἀμφορεύς < ἀμφιφορεύς η αλλαγή έχει συντελεστεί εδώ και αιώνες. Η μία περίπτωση δηλαδή μπορεί να διαφέρει από την άλλη.
Σε επιμέλεια βιβλίου θα έγραφα αποστρατιωτικοποίηση και περιβαλλοντολόγος. Σε λεξικό θα κατέγραφα τους ίδιους τύπους ως πρωτεύοντες και τους νεότερους –αποστρατικοποίηση και περιβαντολόγος– ως δευτερεύοντες δίνοντας κάθε φορά τη σχετική ετυμολογική εξήγηση.
